Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Χαρακτηριστικοί τύποι των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς και λοιπά μεσαιωνικά βασανιστήρια



Καλημέρα, είμαι έξαλλη.

Καιρό τώρα παρατηρώ, σκιαγραφώ, θυμώνω και κάποτε ευχόμουν να αποτυπώσω τους χαρακτηριστικότερους τύπους στα ΜΜΜ. Αρχίζω λοιπόν χωρίς καθυστέρηση, φόβο, πάθος και διακρίσεις:

  1. Η Τυπική Γιαγιά. Το χαρακτηριστικότερό της γνώρισμα είναι το μίσος. Μπαίνει στον ΗΣΑΠ (κυρίως) και περιμένει να σηκωθούν όλοι για να καθίσει. Σε περίπτωση ανάγκης, θα σπρώξει, θα σου χώσει το τσαντάκι στο μάτι ή θα σου ακουμπήσει τις σακούλες με τα ψάρια από τη λαϊκή στο πόδι. Σκληροπυρηνικοί εκπρόσωποι του είδους θα σε σπρώξουν από το βαγόνι ύπουλα στην αποβάθρα και όταν γυρίσεις και τις κοιτάξεις παίρνουν το αθώο βλέμμα της γιαγιάς του Τουίτυ λέγοντάς σου "γρια γυναίκα είμαι, παιδί μου" μαζεύοντας πάνω της την συμπάθεια όλων των επιβατών και την απέχθεια για σένα, το τσογλάνι. Σε περίπτωση που δεν σηκωθείς και τις αγνοήσεις, στέκονται σαν τον Χάρο πάνω από το κεφάλι σου σε όλη τη διαδρομή, σε κοιτάζουν με στενεμένα από το μίσος μάτια και μουρμουρίζουν κατάρες επί 18 στάσεις. Σε περίπτωση που βρέχει έξω και μπαίνοντας η ομπρέλα σου στάξει στο μοκασίνι της, είναι ικανή να σε σκοτώσει. Αλήθεια. Είναι. 
  2. Ο Τυπικός Παππούς. Πρόκειται για τύπο που μπορεί να μην είναι και τόσο παππούς, αφού η ηλικιακή του κλίμακα ξεκινάει λίγο μετά τα 50. Αυτός δεν απαιτεί να του παραχωρήσεις τη θέση σου. Του αρκεί να του παραχωρήσεις χώρο για το κομπολόι του. Το οποίο ενίοτε σε πετυχαίνει στον αγκώνα. Και πονάει. Αν ωστόσο τύχει και καθίσει, ανοίγει τα πόδια του τόσο που μια μπαλαρίνα θα απορούσε, αφού χωράει ανάμεσα μια αξιοπρεπής γκαρσονιέρα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να καθίσει δίπλα του άνθρωπος με συνολικό πλάτος μεγαλύτερο των 30 εκατοστών. Βήχει και φτύνει φλέματα στο μαντίλι του και ασχολείται συνεχώς με το κινητό του που ανακαλύπτει εκείνη ακριβώς την στιγμή και του οποίου τα γράμματα για να τα δει τεντώνει το χέρι του στα όριά του. Επιστήμονες έχουν βαλθεί να αναλύσουν πόσο χώρο καταλαμβάνει, χωρίς ιδιαίτερη μάλιστα προσπάθεια, ένας Τυπικός Παππούς σε ένα βαγόνι. Οι πιο σκληροπυρηνικοί σου ζητάνε και χάρες για το κινητό. Αληθινό παράδειγμα: "Κοπελιά, επειδή δεν το έχω μάθει ακόμα, θα στείλεις ένα μήνυμα για μένα στον εγγονό μου;" Ευχαρίστως, τι μήνυμα; "Σάκη, έμαθα να γράφω μηνύματα στο κινητό". 
  3. Μαμά Που Θα Ήθελε Να Βρίσκεται Οπουδήποτε Αλλού. Και κυρίως, χωρίς το παιδί της. Το οποίο την έχει ζαλώσει με τρία μπουφάν, μια σάκα, ένα παγουρίνο, δύο περιοδικά Ντόρα η Μικρή Εξερευνήτρια και τη Μπάρμπι Διαμαντένιο Κάστρο μαζί με την πριγκιπική της φρουρά και επιδίδεται στο παιχνίδι "Ανακαλύπτω τί βρίσκεται στο βάθος του αυτιού των επιβατών". Το παιδί σκαρφαλώνει πάνω σου, ουρλιάζει σαν ύαινα που πιάστηκε σε δόκανο, φωνάζει επαναλαμβανόμενα επί μισή ώρα "μαμά, μαμά, μαμά, μαμά" χωρίς ανταπόκριση, σου ανοίγει την τσάντα, τρέχει πάνω κάτω στο βαγόνι περνώντας απαραιτήτως δις πάνω από τον κάλο σου και γενικά όλο το βαγόνι περνάει φανταστικά. Το θέμα όμως δεν είναι το παιδί. Το θέμα είναι η μαμά. Που σε όλη αυτήν τη διάρκεια είναι αμέτοχη, ανέκφραστη, με το βλέμμα απλανές και το στόμα σε ένα παντοτινό μειδίαμα. Το παιδί δεν υπάρχει. Οι επιβάτες δεν υπάρχουν. Το τραίνο δεν υπάρχει. Ποιός μπορεί άλλωστε να μας διαβεβαιώσει για την ύπαρξη της ίδιας της πραγματικότητας. Το παιδί εξαφανίζεται σε ένα τούνελ. Η Μπάρμπι Διαμαντένιο Κάστρο γίνεται απειλητικά πραγματική. 
  4. Κυρία Με Τρομακτική Διάθεση Για Κουβεντολόι. Συνήθως αφορμή είναι το πρεζόνι που μπήκε στο βαγόνι ζητιανεύοντας. Κάποιος την είχε κλέψει τις προάλλες, ενώ αυτή πήγε να βοηθήσει ετσέτερα ετσέτερα. Άλλη αφορμή είναι δυο κορίτσια στην εφηβεία που μιλάνε για το Twilight. Τι είναι αυτό το Τουάλάι ρε παιδιά, όλο το ακούω, για πείτε μου κι εμένα, ποιος παίζει, α, εμένα μου αρέσει ο Ρόμπερ Ρέντφορ, τι άντρας. Ή δεν υπάρχει αφορμή. Από εδώ είστε; (Πού είναι το εδώ, μανδάμ, δεκαεπτά στάσεις έχουμε διανύσει) Ελληνίδα ε; α μπράβο, μπράβο (ευχαριστώ, το προσπάθησα πολύ) έχουμε γεμίσει ξένους, αρβανούς, βούλγαρους, κινέζους, μαύρους (οι μαύροι είναι χρώμα μανδάμ, δεν είναι εθνικότητα) να τους διώξουμε να πάνε από εκεί που ήρθαν να ησυχάσουμε (και σε ποιον θα ρίχνουμε το φταίξιμο μετά;) ετσέτερα ετσέτερα. Το τρομακτικότερο είναι όταν συναντήσουν παιδάκι. Ποιανού είσαι; Πώς σε λένεεεεε; (τραβάνε το εεεεεε ακόμα και όταν το παιδάκι αρχίζει το γυμνάσιο) γιατί σε λένε Ιβάν; ξένο είσαι; εγώ θα σε φωνάζω Γιάννη (σε αυτήν τη μακροπρόθεσμη σχέση που θα λήξει στον σταθμό της Αττικής). Σε αυτή την φάση δεν είναι διόλου απίθανο το παιδάκι να μεγαλώσει απότομα καμιά δεκαριά χρόνια, να σηκωθεί εξαγριωμένο και να την πετάξει από το παράθυρο. 
  5. Κύριος Με Τρομακτική Διάθεση Για Κουβεντολόι. Εντελώς άλλη κατηγορία από την αντίστοιχη Κυρία. Οι διαφορές είναι δύο: ο Κύριος δεν περιμένει ποτέ απάντηση και επίσης, έχει μόνιμο θέμα συζήτησης. Παράδειγμα: Η Αθήνα παλιά δεν ήταν έτσι. Θυμάμαι που στη Πατησίων έβοσκαν καγκουρό και η Κηφισιά ανήκε στο Δήμο Φθιώτιδας. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν και για να πάμε κάπου, ευχόμασταν να περάσει ο κυρ Τάσος με το γαϊδούρι. Οι γυναίκες δεν ψήφιζαν τότε, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, ούτε γυναίκες υπήρχαν. Τα κινητά αυτά τα καρκινογόνα πράγματα ούτε τα ήξερε ο κόσμος. Τώρα ξέρετε πόσοι άνθρωποι έχουν πεθάνει από τα κινητά; (κανείς) Ήμασταν μια χαρά. Χούντα βέβαια, αλλά μια χαρά. Τρώγαμε μπομπότα και ελιές. Τα παιδιά τα τσακίζαμε στο ξύλο για παραδειγματισμό. Μη γίνουνε κομμουνιστές. Ωραίες εποχές. δεν είχαμε φόβο. Τώρα ήρθε ο (Γιωργάκης, Κωστάκης, Αντωνάκης, δεν έχει καμία σημασία) και μας έκανε Ευρωπαίους, που την Ευρώπη την ξέραμε εμείς μόνο από τη Γεωγραφία. Της Τρίτης Δημοτικού, γιατί αυτήν τελειώσαμε. Αλλά την σπουδάξαμε την ζωή. Όχι σαν κι εσάς τώρα που πάτε στα πανεπιστήμια και κωλοβαράτε (στο μεταξύ το βαγόνι έχει αδειάσει και μιλάει στο κενό). 
  6. Μονίμως Έξαλλος Άνθρωπος. Ασχέτως φύλου. Είναι έξαλλος για όλα, για αυτά που πρέπει, για αυτά που δεν πρέπει και για αυτά που ουδεμία σημασία έχουν, και χώνεται ΠΑΝΤΟΥ. Παραδείγματα: Πάλι δεν έχει τραίνο Ομόνοια - Αττική; Άει στο διάολο πια, δε ντρέπεστε τα μούτρα σας ρε καθίκια, μαλάκες κλπ κλπ. Καλά, ρε ζώα, έχετε κλειστά τα παράθυρα; Δεν έχετε ακούσει τίποτα για την γρίππη των χοίρων; Άει στο διάολο, σαν το σκυλί στ' αμπέλι θα πάμε, ανοίξτε κανα παράθυρο κλπ κλπ. Καλά ρε ζώα, ανοιχτά τα έχετε τα παράθυρα; Θα πουντιάσουμε με αυτό το βρωμόκαιρο, μαλάκες κλείστε τα κλπ κλπ. Καλά, μαλάκας είσαι; Μπαίνεις στο τραίνο ΜΕ ΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ; (σε αυτό το σημείο υπάρχει κίνδυνος εγκεφαλικού, ενώ κανείς δεν ξέρει γιατί) ΚΙ ΕΓΩ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΤΗΣΩ ΡΕ; ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ; κλπ κλπ. Καλά ρε σκατόπαιδο, γιατί δεν σηκώνεσαι να κάτσει η κυρία; (Κυρία: Όχι, δεν χρειάζεται, ευχαριστώ, κατεβαίνω στη επόμενη) Όχι κυρία μου, μαλάκω είσαι κι εσύ; Να σηκωθεί ο τσόγλανος! Ωραία σε μεγάλωσε η μάνα σου ρε μπουχέσα κλπ κλπ. Άνθρωπος που απλά αγνοείς. Όποια άλλη αντίδραση είναι καταστροφική. 
  7. Παρέα Εφήβων. Σοβαρά τώρα. Δεν ξέρω αν οφείλεται στο ότι σκατογερνάω, αλλά δεν υποφέρονται. Σπρώχνουν ο ένας τον άλλον μες στο βαγόνι και σκάνε πάνω σου σα σκατά (στην καλύτερη γυρνάνε και σου φτύνουν στα μούτρα "σόρι, ρε") τα αγόρια την καταβρίσκουν να λένε ποια πήδησαν, από πού και πόσες φορές (καμία, από πουθενά, ποτέ ακόμα) και να σοκάρουν τις γιαγιάδες, και τα κορίτσια, βαμμένα σαν ηρωίδες του Θεάτρου Νο μιλάνε για μάρκες που δεν έχεις δει από κοντά ποτέ στη ζωή σου και ούτε πρόκειται (Ρε, τι την έκανες εκείνη την clutch bag Louis Vuitton που πήρες τις προάλλες; Ποια ρε, την αρχαία; Την πέταξα, δυο μήνες την είχα ξεκόλλα ρε μαλάκα). Όλοι ανεξαιρέτως ξεπερνάνε τα 120 ντεσιμπέλ σε ένταση, κάνοντας σε να ονειροπολείς την εποχή που είχες ακόμα τύμπανα. Μην ανησυχείς, δε διαρκεί πολύ. Κατεβαίνουν όλα στη Νερατζιώτισσα. 
Θα μιλήσουμε και για άλλες περιπτώσεις αναλυτικότερα τις επόμενες ημέρες. Προτάσεις δεκτές.

                                                                                            Σας φιλώ στα μούτρα 

                                                                                             Έξαλλη όπως πάντα 

                                                                                                 Άνγκρυ Μπιτς

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Πώς μπορείς άνετα να χαλάσεις την εικόνα του μαγαζιού σου, μάθημα 1ον

Καλημέρα, είμαι έξαλλη.

Χτες επισκέφτηκα μαγαζί πολύ-γνωστό-πολύ-αγαπημένο-πολύ-σταθερό-στις-προτιμήσεις-μου ετσέτερα ετσέτερα. Επειδή το εκθειάζω, θα πω και για ποιο ακριβώς πρόκειται. Είναι το BUTCHER'S SHOP στο Γκάζι.
Καταφθάνουμε λοιπόν παρέα 4 ατόμων Κυριακή 4 το μεσημέρι, κατόπιν Μαραθωνίου, όπου η Αθήνα είναι γεμάτη. Θα το ξαναπώ. ΓΕΜΑΤΗ. Όπως λοιπόν είναι φυσικό, είναι και το μαγαζί γεμάτο. Ρωτάμε λοιπόν την υπεύθυνο αν υπάρχει τραπέζι. Υπάρχει. Θα καθίσετε; Θα καθίσουμε, μαλάκες είμαστε; Πριν καθίσετε όμως, να σας προειδοποιήσουμε ότι θα υπάρξει μια καθυστέρηση της τάξης των είκοσι λεπτών λόγω φόρτου εργασίας.  Ω, μα τι ευγενικό εκ μέρους σας να μας πληροφορείτε εκ των προτέρων ετσέτερα ετσέτερα. Ναι, θα καθίσουμε. Και καθόμαστε, για να μην ανατρέψουμε την αποδοχή.

Εντός τριλέπτου φτάνει σερβιτοράκος συμπαθέστατος που μαζεύει το τραπέζι μας και με ρωτάει αγχωμένος αν ειδοποιηθήκαμε για την εικοσάλεπτη καθυστέρηση. Ναι, ειδοποιηθήκαμε, όλα οκ.

Γενικώς όλα οκ ως εδώ. Σε σημείο που βαριέστε.

Μετά τα 40 λεπτά που περιμέναμε μέχρι να έρθει κάποιος να του παραγγείλουμε, κακά χοντρά κόκκινα μυρμήγκια ανέβαιναν στα πόδια μας. Θέλαμε να κλοτσήσουμε τους σερβιτόρους που περνούσαν με φαγητά και να προσγειωθούν αυτούσια στα πόδια μας. Προτού προβούμε στην ακραία αυτή λύση, αποφασίσαμε να καλέσουμε έναν σερβιτόρο. Τυφλό, όπως εικάσαμε, αφού δεν έβλεπε τέσσερα τεντωμένα χέρια κάτω από τη μύτη του και κοιτούσε συνεχώς το πάτωμα. Κουφό, όπως συμπεράναμε στη συνέχεια, γιατί ακόμα κι όταν αρχίσαμε να ενοχλούμε τα διπλανά τραπέζια φωνάζοντας, αυτός δεν άκουγε και είχε και τα αυτιά του στραμμένα προς το πάτωμα. Όταν εν τέλει ήρθε (δεν ξέρω για ποιον λόγο), του κάναμε παρατήρηση για την απίστευτη καθυστέρηση και αυτός σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Φαίνεται, η μύτη του ήταν το μόνο του όργανο που ήταν στραμμένο ψηλά. Όταν τον ρωτήσαμε σε πόση ώρα υπολογίζει ότι μπορούμε να φάμε, διότι έπρεπε να φύγουμε συγκεκριμένη ώρα, μας κοίταξε λοξά και είπα"Αναλόγως τι θα παραγγείλετε". Τι εννοείτε; ρωτήσαμε. Αφήνοντας τη γνωστή παύση που όσο μεγαλύτερη είναι σε διάρκεια, τόσο περισσότερο μαλάκας αισθάνεσαι και αρχίζεις και αμφιβάλλεις για τη νοημοσύνη σου, λες "μήπως πάσχω από το σύνδρομο Τουρέτ και κατά λάθος ρώτησα αν σερβίρουν φαγητό ή καλύμματα για καναπέδες", αποφασίζει να απαντήσει "Αν πάρετε έτοιμα φαγητά, θα έρθουν αμέσως". Κι αν πάρουμε της ώρας; Εκεί ξυπνάει ο υπερκωμικός στα Τάρταρα της ψυχής του σερβιτόρου και απαντά: "Θα κάνουν μία ώρα. Γι' αυτό άλλωστε λέγονται και της ώρας". Πράγμα που με έβαλε να ορκιστώ στον εαυτό μου πως ποτέ δε θα παραγγείλω πιάτο ημέρας.

Μετά από πολλή ειρωνεία και ψύχρα που άγγιζε αρκτικές θερμοκρασίες, παραγγείλαμε. Τρία της ώρας (τολμηροί!), δύο πατάτες, μια σούπα, δύο μπύρες και ένα νερό. Στο τέλος μάλιστα μας ρώτησε αν θέλουμε ψωμί, με τόση απόγνωση στο βλέμμα που σε υποψίαζε ότι το ζυμώνει ο ίδιος κάτω από αδυσώπητες συνθήκες, στις τέσσερις ώρες το ξημέρωμα κι εμείς θα του τελειώναμε το απόθεμα. Ψελλίσαμε πως θέλουμε και έφυγε τυφλόκωφος και ψηλομύτης όπως πάντα.

Σαράντα λεπτά αργότερα (με πρόχειρους υπολογισμούς, θα είχα καταβροχθίσει περί τα έξι δίπιτα) έχουν έρθει στο τραπέζι μας από άλλον σερβιτόρο!) οι πατάτες και ένα λουκάνικο. Οι μπύρες προφανώς ζυμώνονταν μαζί με το ψωμί και το νερό βρισκόταν σε κατάσταση απόσταξης. Το καινούριο στοιχείο που μου άνοιξε νέους ορίζοντες ήταν ότι και η σούπα θεωρήθηκε κατά τα φαινόμενα πιάτο "της ώρας". Για δες.

Έξαλλοι πια, ξενηστικωμένοι και κοντεύοντας να χάσουμε το ραντεβού μας φωνάζουμε τον σερβιτόρο (με τον γνωστό κόπο) να του πούμε να μας κάνει λογαριασμό για τα ψιλολόγια που τσιμπήσαμε και να φύγουμε. Φεύγει τρέχοντας χωρίς λέξη. Η πρώτη μας υποψία ότι κατουριόταν δεν επαληθεύτηκε όταν επέστρεψε με ΟΛΑ ΤΑ ΠΙΑΤΑ ανά χείρας, ζεστά και έτοιμα, σπάζοντας κάθε ρεκόρ σερβιρίσματος στα χρονικά. Δεν τα θέλουμε πια, διευκρινίζουμε. Εγώ θα τα αφήσω εδώ, μην τα φάτε και θα σας κάνω λογαριασμό για όσα φάγατε. Και ξαναφεύγει, αφήνοντάς μας να δίνουμε νέο ορισμό στο λήμμα "σιελόρροια". Όταν έρχεται με σηκωμένο το αριστερό φρύδι μας παρατηρεί "Μα εγώ σας είπα ότι θα αργήσουν". Μα ούτε τις μπύρες δε μας φέρατε, λέμε. Ούτε ένα μπουκάλι νερό. Μας κοροϊδεύετε; Εκεί ο σερβιτόρος χαώθηκε. Ανοίγει το στόμα δύο πήχες, γουρλώνει τα μάτια και βραχυκυκλώνει η δεξιά του πλευρά. Είναι προφανές ότι ξέχασε τα πάντα. Ψελλίζει έντρομος και μισοπαραλυμένος από το εγκεφαλικό "Το τραπέζι είναι κερασμένο από εσάς" και από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς ποτέ. Εξαφανίστηκε σε ένα σύννεφο σκόνης στα ενδότερα του μαγαζιού. Αγνοείται η τύχη του και είμαι σίγουρη πως θα δω τοιχοκολλημένη τη φάτσα του στους σταθμούς του ΗΣΑΠ.

Όσο για εμάς, ερμηνεύσαμε πως τη νίλα μας την κέρασε το μαγαζί, ή μάλλον, για να είμαι δίκαιη, ο ίδιος ο σερβιτόρος για να καλύψει τη μαλακία του, και φύγαμε κύριοι, νηστικοί και θυμωμένοι.

Είμαι σίγουρη πως θα ξαναπάω. Επειδή το μαγαζί το ξέρω, το αγαπώ και είμαι τρομερά ευχαριστημένη από το φαγητό, το σέρβις και τις τιμές. Μόνο γι' αυτό όμως. Ξέρω τουλάχιστον έναν από την παρέα που δε θα ξαναπατήσει ποτέ. Και είναι κρίμα καλά μαγαζιά να χάνουν πελάτες μόνο και μόνο γιατί δεν γνωρίζουν βασικά θέματα για την συμπεριφορά των υπαλλήλων τους.

                                                                                      Σας φιλώ στα μούτρα

                                                                                         Έξαλλη όπως πάντα

                                                                                               Άνγκρυ Μπιτς