Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Πώς μπορείς άνετα να χαλάσεις την εικόνα του μαγαζιού σου, μάθημα 1ον

Καλημέρα, είμαι έξαλλη.

Χτες επισκέφτηκα μαγαζί πολύ-γνωστό-πολύ-αγαπημένο-πολύ-σταθερό-στις-προτιμήσεις-μου ετσέτερα ετσέτερα. Επειδή το εκθειάζω, θα πω και για ποιο ακριβώς πρόκειται. Είναι το BUTCHER'S SHOP στο Γκάζι.
Καταφθάνουμε λοιπόν παρέα 4 ατόμων Κυριακή 4 το μεσημέρι, κατόπιν Μαραθωνίου, όπου η Αθήνα είναι γεμάτη. Θα το ξαναπώ. ΓΕΜΑΤΗ. Όπως λοιπόν είναι φυσικό, είναι και το μαγαζί γεμάτο. Ρωτάμε λοιπόν την υπεύθυνο αν υπάρχει τραπέζι. Υπάρχει. Θα καθίσετε; Θα καθίσουμε, μαλάκες είμαστε; Πριν καθίσετε όμως, να σας προειδοποιήσουμε ότι θα υπάρξει μια καθυστέρηση της τάξης των είκοσι λεπτών λόγω φόρτου εργασίας.  Ω, μα τι ευγενικό εκ μέρους σας να μας πληροφορείτε εκ των προτέρων ετσέτερα ετσέτερα. Ναι, θα καθίσουμε. Και καθόμαστε, για να μην ανατρέψουμε την αποδοχή.

Εντός τριλέπτου φτάνει σερβιτοράκος συμπαθέστατος που μαζεύει το τραπέζι μας και με ρωτάει αγχωμένος αν ειδοποιηθήκαμε για την εικοσάλεπτη καθυστέρηση. Ναι, ειδοποιηθήκαμε, όλα οκ.

Γενικώς όλα οκ ως εδώ. Σε σημείο που βαριέστε.

Μετά τα 40 λεπτά που περιμέναμε μέχρι να έρθει κάποιος να του παραγγείλουμε, κακά χοντρά κόκκινα μυρμήγκια ανέβαιναν στα πόδια μας. Θέλαμε να κλοτσήσουμε τους σερβιτόρους που περνούσαν με φαγητά και να προσγειωθούν αυτούσια στα πόδια μας. Προτού προβούμε στην ακραία αυτή λύση, αποφασίσαμε να καλέσουμε έναν σερβιτόρο. Τυφλό, όπως εικάσαμε, αφού δεν έβλεπε τέσσερα τεντωμένα χέρια κάτω από τη μύτη του και κοιτούσε συνεχώς το πάτωμα. Κουφό, όπως συμπεράναμε στη συνέχεια, γιατί ακόμα κι όταν αρχίσαμε να ενοχλούμε τα διπλανά τραπέζια φωνάζοντας, αυτός δεν άκουγε και είχε και τα αυτιά του στραμμένα προς το πάτωμα. Όταν εν τέλει ήρθε (δεν ξέρω για ποιον λόγο), του κάναμε παρατήρηση για την απίστευτη καθυστέρηση και αυτός σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Φαίνεται, η μύτη του ήταν το μόνο του όργανο που ήταν στραμμένο ψηλά. Όταν τον ρωτήσαμε σε πόση ώρα υπολογίζει ότι μπορούμε να φάμε, διότι έπρεπε να φύγουμε συγκεκριμένη ώρα, μας κοίταξε λοξά και είπα"Αναλόγως τι θα παραγγείλετε". Τι εννοείτε; ρωτήσαμε. Αφήνοντας τη γνωστή παύση που όσο μεγαλύτερη είναι σε διάρκεια, τόσο περισσότερο μαλάκας αισθάνεσαι και αρχίζεις και αμφιβάλλεις για τη νοημοσύνη σου, λες "μήπως πάσχω από το σύνδρομο Τουρέτ και κατά λάθος ρώτησα αν σερβίρουν φαγητό ή καλύμματα για καναπέδες", αποφασίζει να απαντήσει "Αν πάρετε έτοιμα φαγητά, θα έρθουν αμέσως". Κι αν πάρουμε της ώρας; Εκεί ξυπνάει ο υπερκωμικός στα Τάρταρα της ψυχής του σερβιτόρου και απαντά: "Θα κάνουν μία ώρα. Γι' αυτό άλλωστε λέγονται και της ώρας". Πράγμα που με έβαλε να ορκιστώ στον εαυτό μου πως ποτέ δε θα παραγγείλω πιάτο ημέρας.

Μετά από πολλή ειρωνεία και ψύχρα που άγγιζε αρκτικές θερμοκρασίες, παραγγείλαμε. Τρία της ώρας (τολμηροί!), δύο πατάτες, μια σούπα, δύο μπύρες και ένα νερό. Στο τέλος μάλιστα μας ρώτησε αν θέλουμε ψωμί, με τόση απόγνωση στο βλέμμα που σε υποψίαζε ότι το ζυμώνει ο ίδιος κάτω από αδυσώπητες συνθήκες, στις τέσσερις ώρες το ξημέρωμα κι εμείς θα του τελειώναμε το απόθεμα. Ψελλίσαμε πως θέλουμε και έφυγε τυφλόκωφος και ψηλομύτης όπως πάντα.

Σαράντα λεπτά αργότερα (με πρόχειρους υπολογισμούς, θα είχα καταβροχθίσει περί τα έξι δίπιτα) έχουν έρθει στο τραπέζι μας από άλλον σερβιτόρο!) οι πατάτες και ένα λουκάνικο. Οι μπύρες προφανώς ζυμώνονταν μαζί με το ψωμί και το νερό βρισκόταν σε κατάσταση απόσταξης. Το καινούριο στοιχείο που μου άνοιξε νέους ορίζοντες ήταν ότι και η σούπα θεωρήθηκε κατά τα φαινόμενα πιάτο "της ώρας". Για δες.

Έξαλλοι πια, ξενηστικωμένοι και κοντεύοντας να χάσουμε το ραντεβού μας φωνάζουμε τον σερβιτόρο (με τον γνωστό κόπο) να του πούμε να μας κάνει λογαριασμό για τα ψιλολόγια που τσιμπήσαμε και να φύγουμε. Φεύγει τρέχοντας χωρίς λέξη. Η πρώτη μας υποψία ότι κατουριόταν δεν επαληθεύτηκε όταν επέστρεψε με ΟΛΑ ΤΑ ΠΙΑΤΑ ανά χείρας, ζεστά και έτοιμα, σπάζοντας κάθε ρεκόρ σερβιρίσματος στα χρονικά. Δεν τα θέλουμε πια, διευκρινίζουμε. Εγώ θα τα αφήσω εδώ, μην τα φάτε και θα σας κάνω λογαριασμό για όσα φάγατε. Και ξαναφεύγει, αφήνοντάς μας να δίνουμε νέο ορισμό στο λήμμα "σιελόρροια". Όταν έρχεται με σηκωμένο το αριστερό φρύδι μας παρατηρεί "Μα εγώ σας είπα ότι θα αργήσουν". Μα ούτε τις μπύρες δε μας φέρατε, λέμε. Ούτε ένα μπουκάλι νερό. Μας κοροϊδεύετε; Εκεί ο σερβιτόρος χαώθηκε. Ανοίγει το στόμα δύο πήχες, γουρλώνει τα μάτια και βραχυκυκλώνει η δεξιά του πλευρά. Είναι προφανές ότι ξέχασε τα πάντα. Ψελλίζει έντρομος και μισοπαραλυμένος από το εγκεφαλικό "Το τραπέζι είναι κερασμένο από εσάς" και από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς ποτέ. Εξαφανίστηκε σε ένα σύννεφο σκόνης στα ενδότερα του μαγαζιού. Αγνοείται η τύχη του και είμαι σίγουρη πως θα δω τοιχοκολλημένη τη φάτσα του στους σταθμούς του ΗΣΑΠ.

Όσο για εμάς, ερμηνεύσαμε πως τη νίλα μας την κέρασε το μαγαζί, ή μάλλον, για να είμαι δίκαιη, ο ίδιος ο σερβιτόρος για να καλύψει τη μαλακία του, και φύγαμε κύριοι, νηστικοί και θυμωμένοι.

Είμαι σίγουρη πως θα ξαναπάω. Επειδή το μαγαζί το ξέρω, το αγαπώ και είμαι τρομερά ευχαριστημένη από το φαγητό, το σέρβις και τις τιμές. Μόνο γι' αυτό όμως. Ξέρω τουλάχιστον έναν από την παρέα που δε θα ξαναπατήσει ποτέ. Και είναι κρίμα καλά μαγαζιά να χάνουν πελάτες μόνο και μόνο γιατί δεν γνωρίζουν βασικά θέματα για την συμπεριφορά των υπαλλήλων τους.

                                                                                      Σας φιλώ στα μούτρα

                                                                                         Έξαλλη όπως πάντα

                                                                                               Άνγκρυ Μπιτς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου