Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Επικίνδυνες Σχέσεις Γειτονίας

    Καλημέρα, είμαι έξαλλη. 

    Ελλάδα, κυρίες και κύριοι. Ελλάδα. Και Αθήνα, πιο συγκεκριμένα. Αυτή η ευλογημένη πόλη που οι Αθηναίοι της μετριούνται στα δάχτυλα ενός χεριού ξυλοκόπου που έχασε δύο σε ατύχημα. Δε θα μιλήσω για μετανάστες. Ή μάλλον, θα μιλήσω για μετανάστες: για εσωτερικούς μετανάστες. Όλους αυτούς που έφυγαν από την αγαπημένη επαρχιάρα τους και ήρθαν στην Αθήνα, ή τους βλάχους Αθηναίους που ζουν εδώ από τότε που στην Κηφισιά ζούσαν πούμα και καμηλοπαρδάλεις. 
   Και εδώ να κάνω μια σημαντική παρένθεση. Δεν έχω τίποτα απολύτως με τους επαρχιώτες. Πόσω μάλλον, που είμαι επαρχιώτισσα που ήρθε στην Αθήνα κι εγώ η ίδια. Αλλά στο νησάκι μου, κάπως όλα συγχωρούνται. Διότι υπάρχει χώρος (ακόμα). Υπάρχουν αυλές. Υπάρχουν και ζώα. Υπάρχουν χωράφια. Και κυρίως: δεν υπάρχουν τόσα διαμερίσματα. 

   Δεν ξέρω αν είναι ίδιον του Έλληνα να πετάει φάτσα φόρα τη ζωή του στα μούτρα του άλλου. Δεν ξέρω αν είμαι ελεεινά ευρωπαία γειτόνισσα. Αυτό που ξέρω είναι ότι τα τελευταία δέκα χρόνια που ζω στην Αθήνα κι έχω αλλάξει πέντε σπίτια (και έχω μείνει κατά καιρούς και σε άλλα τόσα), έχω συλλέξει υλικό για παραφρονούντες, υστερικούς και καραμπουζουκλήδες βλάχαρους γείτονες, να φαν κι οι κότες (και κότες έχω πετύχει). Το δε τραγικό είναι πως, όταν το συζητάω, όλοι έχουν να προσθέσουν κάτι καινούριο φρικτό και απίθανα παράλογο σε σχέση με τους δικούς τους γείτονες... 

   Παρακάτω θα παραθέσω, όχι κατηγορίες (πού να κατηγοριοποιηθούν τόσες κλινικές περιπτώσεις) αλλά εμπειρίες και περιστατικά. δικά μου ή φίλων συμπασχόντων. Στρωθείτε βολικά, διαβάστε και πετάξτε τακτικά τα τσόφλια σας από τον πασατέμπο στο μπαλκόνι του γείτονα. Πού όρεξη για σφουγγαρίσματα, κυριακάτικα. 

  • Υπερυψωμένο ισόγειο, Καλλιθέα. Το διαμέρισμα γειτονεύει μόνον με άλλο ένα: κατοικούν δυο γριες, μάνα και κόρη, έπρεπε να δω τη μάνα για να καταλάβω ότι η κόρη είναι νεότερη. Κρεμιούνται από το μπαλκόνι που κάνει ορθή γωνία με το δικό μου για να δουν τι ρίχνω στην κατσαρόλα. Η κρεμάμενη φωνάζει στην άλλη: "Πάλι μακαρόνια φτιάχνει. Νούμερο 6. Μίσκο. Από αυτά στη συσκευασία προσφορά του Βερόπουλου. Ναι, φαίνεται το σημάδι από το σελοτέιπ". Υπάρχει κι ένα τρίτο μέλος στην οικογένεια, ένας γιος παράδοξα νέος, αλλά ίσως το νεανικό παρουσιαστικό του να οφείλεται στην τρέλα του. Έρχεται σπίτι μια φορά την εβδομάδα, πάντα μετά τις 2 τη νύχτα, και ουρλιάζει, όλη νύχτα. Μια νύχτα η μάνα έχει φτιάξει γεμιστά. Ο γιος ωρύεται ότι δεν του αρέσουν. Γεμιστοπόλεμος στην κουζίνα. Καθώς είναι καλοκαίρι, τα περισσότερα καταλήγουν στον ακάλυπτο. Πάρτυ γατιών όλη νύχτα. Η μάνα ωρύεται ότι θα πεθάνει. Τελικά ζει. 
  • Τρίτος όροφος, Άνω Πετράλωνα. Γενικά ήσυχη πολυκατοικία. Αν εξαιρέσεις την οικογένεια από πάνω, που έχει δύο κόρες τόσο χοντρές που το σκυλί τους έχει αναπτύξει αντανακλαστικά πιο γρήγορα κι από τσιτάχ. Οι κόρες νομίζουν ότι είναι μικρές. Δεν είναι. Η μικρότερη πάει Δευτέρα Γυμνασίου. Κυνηγιούνται και χοροπηδάνε στα έπιπλα. Έπιπλα γκρεμίζονται. Νύχια σκυλιού που τρέχει στο παρκέ πανικόβλητο κατά μήκος του διαμερίσματος να προλάβει το ωστικό κύμα που έπεται του κυνηγητού. Οι γονείς θέλουν να μαλακώσουν τις κόρες. Τους αγοράζουν ΠΙΑΝΟ. Παίζουν κάθε μεσημέρι, 3 με 5, ένα κομμάτι των Iron Maiden σε διασκευή Μarilyn Manson με φωνητικά της Bjork. Αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το "Μόνο στα όνειρα" του Χατζηγιάννη. 
  • Δεύτερος όροφος, Κηφισιά. Μεγαλεία. Μόνο μονοκατοικίες γύρω. Αυλές. Οι γείτονες εξ αριστερών λείπουν 8 μήνες το χρόνο. Φοβούνται για την ιδιοκτησία τους. Έχουν υψώσει τείχος με κάγκελα και δεντροφύτευση όμοιας της Πάρνηθας πριν γίνει καζίνο. Έχουν βάλει κλειδαριές μέχρι και στους κορμούς των δέντρων. Μέσα στο οχυρό, έχουν εγκαταλείψει σκυλί να φυλάει το σπίτι. Το φυλάει. Από την κοινή ησυχία. Ακατάπαυστα. Με χρονοδιακόπτη. Δυόμιση το μεσημέρι αρχίζει, πεντέμιση σταματάει, και ξαναρχίζει στις έντεκα τη νύχτα μέχρι τις οχτώ το πρωί. Οι γείτονες γυρίζουν και το δέρνουν. Ξανά από την αρχή. 
  • Τρίτος όροφος, Καλλιθέα (ξανά). Η ιστορία της ζωής μου. Μακάρι να μπορούσα να δώσω στεγνά ονόματα, αλλά είναι ανήθικο. Το ξέρω. Το μόνο που μπορώ να σχολιάσω είναι πως βασανίστηκα επί σειρά ετών από οικογένεια ηλιθίων αρχαιολατρών που έχουν ονομάσει την κόρη τους Κλεάνθη. Η Κλεάνθη, της Κλεάνθης και ούτω καθεξής. Όπως λέμε Χρυσάνθη. Νόμιζαν. Όταν η Κλεάνθη παντρεύτηκε (το μεγαλύτερο κηφήνα και άχρηστο μπούλη που έχω δει στη ζωή μου, είμαι σίγουρη πως είχε μπλουτουθ που του ψιθύριζε "αριστερό-δεξί, αριστερό-δεξί" στ' αυτί για να περπατά) οι Αρχαιολάτρεις της παρεχώρησαν τη διαμερισματάρα των 120 τετραγωνικών (το ξέρω, γιατί φυσικά ήταν διαχειριστές και είχα πάει πάμπολλες φορές) για να κάνει τα κουμάντα της, και οι γέροι μεταφέρθηκαν σε γκαρσονιέρα 30 τετραγωνικών απέναντί μου. Η Κλεάνθη δηλαδή έμεινε από πάνω μου. Και οι γέροι απέναντί μου. Στα τριάντα τετραγωνικά, μαζί με το άγαλμα της θεάς Αθηνάς σε μέγεθος Κολοσσού της Ρόδου. Που δεν χωρούσε κατά τη μετακόμιση και ο Αρχαιολάτρης καθηγητής έκλαιγε στο διάδρομο. Η γυναίκα του, ένα ξινό κομοδίνο με πι, τον έβριζε από δίπλα. Εδώ αρχίζουν δύο θέματα.
  •  Πρώτο, το θέμα της Κλεάνθης. Η Κλεάνθη, όταν γύριζε σπίτι, έβγαζε τις ψηλοτάκουνες μπότες της και φορούσε τις ψηλοτάκουνες παντόφλες της. Και περπατούσε πέρα δώθε στο διαμέρισμα,  που το μισό ήταν καλυμμένο με γνήσιο μάρμαρο Πάρου και το άλλο μισό με γνήσιο παρκέ του κυρ Μπάμπη. Τσάκα τσούκα, τσάκα τσούκα όλη μέρα, όλη νύχτα. ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ. Χωρίς υπερβολή. Και καθώς το δικό μου ταπεινό διαμέρισμα ήταν μόλις 62 τετραγωνικά, και αυτής 120, κάλυπτε όλο το διαμέρισμά μου. Μόνο στο μπάνιο μπορούσες να κοιμηθείς. Βαθιά νύχτα, έχω ξυπνήσει από τις τακούνες της για όγδοη φορά, πάιρνω το 11888. Βρίσκω το τηλέφωνό της. Την παίρνω. Την προειδοποιώ. Μετά από μερικές μέρες την ξαναπαίρνω. Κάθε φορά που την παίρνω, σταματάει. Το επόμενο βράδυ το ξαναξεχνά. Τρίτη φορά ανεβαίνω με το βρακί και το τισέρτ με τον Κάφκα (ναι) στο πάνω όροφο και χτυπάω μπουνηδόν την πόρτα. Ανοίγει έντρομη η Κλεάνθη και πίσω της πιο έντρομος ο κηφήνας, που μάλλον την είδε έντρομη και σκέφτηκε ότι πρέπει να τρομάξει κι αυτός. Εγώ αναμαλλιασμένη, με τα γυαλιά στραβοφορεμένα, της λέω "Σταματήστε να κάνετε φασαρία, αλλιώς δεν θα μπω στον κόπο να φωνάξω την αστυνομία". Μου λέει "Μη μου μιλάτε έτσι, εγώ είμαι δημόσιος υπάλληλος". Γελάω και της απαντώ "Φυσικά και είσαι". Πάντως μείωσε τα πολλά πηγαινέλα. Ποτέ δεν τα έκοψε εντελώς όμως. Είχα ωστόσο μεγαλύτερο θέμα να ασχοληθώ. 
  • Όπως είπαμε, η κυρία Αρχαιολάτρου ήταν ένα ξινό κομοδίνο με πι, που θα προτιμούσε να καταπιεί ένα μπουκάλι ασετόν μαζί με το μπουκάλι παρά να κάνει καλό σε άνθρωπο. Ωστόσο, αυτή ήταν ανάπηρη και κακογερασμένη, συν ότι ανέβαινε με το πι κάθε μέρα στο σπίτι της Κλεάνθης να μαγειρέψει και να καθαρίσει τρεις φορές τη μέρα (ο κηφήνας κατέβαινε, έπαιρνε το φαΐ, τρώγανε πάνω μόνοι τους και της κατέβαζε το άδειο βρώμικο ταψί, μαζί με τα βρώμικα πιάτα και ποτήρια τους από το γεύμα. Η Κλεάνθη δεν προλάβαινε να κάνει κάτι, πηγαινοερχόταν με τα τακούνια πάνω κάτω, και ο κηφήνας πάλι καλά που κατάφερνε και να καταπίνει μόνος του) οπότε πάει στο διάολο, μπορεί και να είχε τα νεύρα της η γυναίκα. Ο κύριος Αρχαιολάτρης όμως ήταν ένας καλοστεκούμενος κοτσονάτος γέρος διάπλασης Κεντέρη, που περπατούσε 8 χιλιόμετρα τη μέρα για την πλάκα του. Είχε όμως αρχές: σου λέει, για περίπατο θα πάω, αλλά τα σκουπίδια δεν τα κατεβάζω, που να κυλιέστε χάμω. Να όμως που μιλάμε για γκαρσονιέρα 30 τετραγωνικών... τι να πρωτοχωρέσει; το κομοδίνο; η Αθηνά; τα βρώμικα πιάτα του κηφήνα; Κάπου έπρεπε να πάνε τα ευλογημένα τα σκουπίδια. Ποιο καλύτερο μέρος λοιπόν, από τον κοινόχρηστο διάδρομο του ορόφου! Αύγουστος δε. Να βρωμάει όλη η πολυκατοικία σαν χωματερή και οι κατσαρίδες να στέλνουν προσκλήσεις για πάρτυ με υποσημείωση: Προσοχή στα ποντίκια. Τους το συζητάω μια μέρα ευγενικά. Τη δεύτερη φορά μου έκλεισε στα μούτρα την πόρτα το κομοδίνο. Την τρίτη φορά πήγα και τους ζήτησα ευγενικά να τα πετάνε γιατί είναι ανθυγιεινό και είναι κοινόχρηστος χώρος, και ο Αρχαιολάτρης άρχισε να με βρίζει ως κακομαθημένη και να ωρύεται ότι την πολυκατοικία την χτίσανε οι παππούδες του, άρα ποιος κοινόχρηστος χώρος, δικιά του είναι η πολυκατοικία και άντε, πολύ μας ανέχτηκε, να λέμε ευχαριστώ που δε μας βάζει να του γλείφουμε τις σόλες των παπουτσιών κάθε φορά που περνάει που μας επιτρέπει να μένουμε στο Μέγαρο Μαλακίας. Ανεβαίνω στον διαχειριστή (ευτυχώς είχε αλλάξει, ντρεπόταν να μας υποδέχεται για τα κοινόχρηστα στη γκαρσονιέρα πια) και το καταγγέλλω και το ίδιο απόγευμα πάω με την αδερφή μου και δυο κλειδιά και τους ξεσκίζουμε τις σακούλες σκουπιδιών τους στο χαλάκι της εξώπορτάς τους. Έχει το θράσος να πάει να το καταγγείλει με την σειρά του στο διαχειριστή. Ο διαχειριστής τον χώνει άσχημα. Βρίσκει λύση ο Αρχαιολάτρης. Πετάει τις σακούλες σκουπιδιών από το μπαλκόνι του τρίτου στο δρόμο. Καμιά δεν βρίσκει τον κάδο, τόσο, που φαίνεται σχεδόν προμελετημένο. Διεξάγεται ανάκριση στην πολυκατοικία. Στον όροφο, μόνο εγώ τον δίνω. Οι άλλοι ένοικοι είναι αλλοδαποί και τον τρέμουν. Και αυτόν και τη θεά Αθηνά. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία. Πληρώνουμε από ένα ποσό όλοι στα κοινόχρηστα, για να καθαριστούν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και το πεζοδρόμιο της Αγίων Πάντων. Η κακιά ψυχή του χαίρεται. 
  • Ισόγειο, Χαϊδάρι. Αλλά όταν λέμε ισόγειο, εννοούμε, έβαλα τέσσερις τοίχους στο δρόμο κι έκανα σπίτι. Ούτε ένα σκαλί για να μπεις δεν είχε. Εκεί υπήρχαν δύο θέματα. Οι γείτονες από όλη τη γειτονιά και οι διπλανοί γείτονες. Οι γείτονες από όλη τη γειτονιά, κάθε φορά που ανοίγουμε τα παράθυρα να μπει λίγο φως κι αέρας, στέκουν έξω από το παράθυρο και κοιτάνε μέσα σαν σε τηλεόραση. Κοιτάνε εμάς, τα έπιπλα, τι λέμε, τι κάνουμε , τι φοράμε. Όταν έρχεται κόσμος, πλησιάζουν για να δουν. Τύποι με διαφημιστικά περνάνε και μας τα αφήνουν στο σπίτι σα να περνάνε από περίπτερο. Οι γείτονες από το δίπλα διαμέρισμα, όμως, είναι όλη η γλύκα. Το σπίτι έχει εσωτερική αυλή. Το διαμέρισμα έχει παράθυρα προς την αυλή στην κουζίνα και στο μπάνιο. Οι γείτονες είναι ΟΛΗ ΜΕΡΑ στην αυλή. Από το πρωί στις εφτά, μέχρι το βράδυ στη μία. Δεν άνοιγες παράθυρο στην κουζίνα, γιατί σου πιάναν την κουβέντα. Πήγαινες το πρωί να κατουρήσεις, τους χαιρέταγες με τα βρακιά κατεβασμένα. Αποτέλεσμα; Όλα τα παράθυρα του σπιτιού κλειστά. Σκότος, έρεβος, άπνοια και δυο κατοικίδιες νυχτερίδες. 
  • Πρώτος όροφος, Αιγάλεω. Αχ, οι χαρές της οικογενειακής πολυκατοικίας. Μιας άλλης οικογένειας. Που όλοι γινόμαστε ένα. Ένα μάτσο σκατά, για την ακρίβεια. Που νιώθουν όλοι άνετα με το νέο γείτονα. Που το σκυλί τους αλωνίζει κάθε κοινόχρηστο χώρο και επειδή το βρίσκουν χαριτωμένο να το εξοργίζουν, έχει γίνει υστερικό, και κάθε που φταρνίζεται μια μύγα, ξελαρυγγιάζεται στο γάβγισμα. Που το βρίσκουν εκπληκτική ιδέα να μιλούν στο κινητό ή στο ασύρματο σταθερό έξω, στο διάδρομο. Που έχουν βγάλει στον κοινόχρηστο διάδρομο έπιπλο με κρεμάστρες και έχουν βάλει ρούχα, παπούτσια, ομπρέλες και σακούλες με φρούτα και λαχανικά από το μανάβη. Και σε κάθε σκαλί, σε περιμένει μια νέα έκπληξη: τι να έχει σήμερα, τι; ένα ζευγάρι γαλότσες, ένα αδιάβροχο, τις μπότες της τσαπερδόνας κόρης, τις γόβες από το προηγούμενο βράδυ, μια τσάντα με ψώνια, τι, τι; Το μυστήριο γίνεται μέρος της καθημερινότητας. Και φυσικά η πόρτα του σπιτιού όλη μέρα ανοιχτή. Να ακούμε όλα τα οικογενειακά, τα γκομενικά, τα τηλεσόου που παρακολουθούν και φυσικά τον Χατζηγιάννη (σε μια πιο λάιτ εκδοχή από των κοριτσιών των Πετραλώνων). Να σε ξυπνάει το πρωί ο πατέρας που ουρλιάζει (στο διάδρομο) στο κινητό για το αυτοκίνητο που χάλασε, 7 η ώρα αξημέρωτα, να σε νανουρίζει το μελωδικό τσίριγμα του τσιουάουα που άκουσε το μετρό μισό χιλιόμετρο παρακάτω... Ζωάρα. 
Και για να τελειώσω, και προς μεγάλη τέρψιν δική μου και απογοήτευσιν πολλών, τη μόνη αληθινή ησυχία από γείτονες την έχω βρει στα Εξάρχεια. Ω ναι, ω ναι. Μόνο κάτι συμπαθητικοί μαύροι τύποι στο υπόγειο κάνουν μπάφο κάθε βράδυ, αλλά αυτό είναι όλο. Ω, λατρεμένη ελληνική κοινοτοπία. 

Αυτά προς το παρόν
Σας φιλώ στα μούτρα 
Έξαλλη όπως πάντα

Άνγκρυ Μπιτς

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας δίαιτας



Καλησπέρα, είμαι έξαλλη.

Με τον εαυτό μου κυρίως. Έχω αναφερθεί και στο παρελθόν στα μισητά καταστήματα ευρείας κατανάλωσης ρουχισμού (ναι, για τα Zara μιλάω. Και τα Η & Μ. Τα Bershka δεν τολμάω καν να τα ονειρευτώ) στα οποία δεν τολμάς να μπεις αν δεν έχεις τέλειες αναλογίες και σωστό Δείκτη Σωματικής Μάζας. Ο Δείκτης Σωματικής Μάζας είναι κάτι που μαθαίνεις αυτόματα και δια της πλύσης εγκεφάλου, όπως αυτή που υπέστη ο έρμος ο Άλεξ στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, ποια εγώ, της οποίας ο εγκέφαλος αρνήθη πεισματικά να καταγράψει πληροφορίες περί Επάρατης Επαγωγικής Στατιστικής στο πανεπιστήμιο. Γιατί η σωματική μάζα σε νοιάζει, κατάλαβες; Αν δεν είναι σωστή, μοιάζεις με στραβοτυλιγμένος ντολμάς που του χύνονται ολούθε τα ρύζια.

Όταν λοιπόν έχω φτάσει στην σωματική κατάσταση αθλιότητος που
α) δεν μπορείς να φορέσεις, παρά το σκατόκρυο, καλσόν μέσα από το παντελόνι, γιατί το κουμπί απέχει μερικά μέτρα από την κουμπότρυπα άπαξ και το κάνεις
β) όταν πιάνω λεφτά στα χέρια μου, πάω και τα ξοδεύω αμέσως σε φαγητά και σε ονειρεμένες συνταγές που φαντασιώνομαι
γ) το σαλόνι έχει αρχίσει να σου πέφτει εφαρμοστό
δ) ανεβαίνεις τα δέκα σκαλιά του ισογείου και σου βγαίνει η γλώσσα (και δεδομένου ότι ποτέ δεν υπήρξα αθλητικός τύπος, και η λέξη "γυμναστήριο" μου επέφερε αυτόματα θάνατο από πλήξη)
ΤΟΤΕ είναι η σωστή στιγμή να πω "αρχίζω δίαιτα" (όπως το "αρχίζω πόλεμο"). Βέβαια, επειδή είμαστε στα 2011, και ουχί στα '90s, δεν θα πούμε "δίαιτα", θα πούμε "διατροφή", κάτι που μας κάνει να ακούγομαστε πιο χιπ, αν και εξίσου στερημένοι.

Και ξεκινάμε. Φυσικά πέφτω στην παρόρμηση να τσεκάρω δίαιτες στο ίντερνετ (ενώ ταυτόχρονα τσακίζω μια μακαρονάδα με κοκκινιστά κεφτεδάκια, δική μου συνταγή, εξαιρετική). Και πέφτω πάνω στις εξής:

Α) Δίαιτα Άτκινς (http://diaites.gr/atkins.php), όπου και αναφέρει χαρακτηριστικά: "υπόσχεται απώλεια βάρους ενώ παράλληλα επιτρέπει την απεριόριστη κατανάλωση πρωτεϊνούχων προϊόντων, όπως μπριζόλες, αυγά και τυριά με πλήρη λιπαρά". Φυσικά και κωλοχαίρομαι, μαλάκας είμαι; Κάτι δε μου στέκει βέβαια απόλυτα. Πώς θα αδυνατίσω; αυτά τρώω και τώρα και πάχυνα. Συνεχίζω το διάβασμα με καχυποψία και βλέπω πως η δίαιτα έχει ως εξής: για 2 εβδομάδες τρως μόνο πρασινάδες, μετά μπορείς να φας μια κουταλιά ρύζι, όπου και κάνεις και πάρτυ με νερό και αέρα, για να το γιορτάσεις, και στο τέλος παραμένεις αδύνατος. Και νεκρός. Και όλα αυτά, συνδυασμένα με σωματική άσκηση. Φυσικά και νιώθω ότι θα πεθάνω τη δεύτερη μέρα. Για να τσεκάρω τον κο Άτκινς, λίγο κομπογιαννίτης μου μοιάζει. Χμμ. Πέθανε θεόχοντρος. Χοροπηδάω εντός μου από τη χαρά μου που πρέπει να απορρίψω την εν λόγω δίαιτα. Εντός μου, ναι;Δεν μου φταίνε σε τίποτα οι μετανάστες ένοικοι του υπογείου.

Β) Δίαιτα South Beach (http://diaites.gr/southbeach.php), η οποία ομοιάζει - λέει - αρκετά με την Άτκινς, μόνο που "θα πρέπει να μετράτε αυστηρά την καθημερινή σας κατανάλωση αμυγδάλων". Το ξαναδιαβάζω. Ναι. Λέει καθημερινή. Κατανάλωση. Αμυγδάλων. Υπάρχει αυτή η φράση, και όχι σε κανένα μυθιστόρημα φαντασίας, όπου ο Τσιπ και ο Ντέηλ έχουν γίνει δικτάτορες και σε συνδυασμό με τον Μότζο Τζότζο κατέκτησαν τη Γη αλλάζοντας κάθε έννοια διατροφικού πολιτισμού και τροφικής αλυσίδας. Υπάρχει σε δίαιτα, που ακολουθούν άνθρωποι. Μάλιστα. Ας μην είμαι τόσο κακεντρεχής. Μπλαμπλαμπλα, μπλαμπλαμπλα, "Μπορείτε παρόλα αυτά να τρώτε δημιουργικά. Ένα από τα απλούστερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε μια περιτύλιξη με το εξωτερικό στρώμα να αποτελείται από ένα μεγάλο φύλλο μαρουλιού (σα σουβλάκι). Στο εσωτερικό, μπορείτε να βάλετε διάφορα, από τα τυριά με χαμηλά λιπαρά και γαλοπούλα, μέχρι και ένα μείγμα από σοταρισμένα λαχανικά. Απλά θυμηθείτε να μην προσθέσει οποιαδήποτε σάλτσα καθώς τσιγαρίζετε τα λαχανικά." Πραγματικά, εδώ μιλάμε για το απαύγασμα της δημιουργικότητας. Θα μαγειρέψω! λες, και το πρώτο πράμα που σου περνάει από το μυαλό είναι να τυλίξεις ένα σπυρί κότατζ τσιζ, μια ψηφίδα γαλοπούλα και ένα σπυρί καλαμποκιού με ένα δαχτυλάκι σοταρισμένη πιπεριά σε ένα μαρουλόφυλλο. Σαφώς. Ένα μικροσκοπικό σούσι περιέχει περισσότερο φαΐ. Μόλις κατάλαβα πώς αδυνατίζεις με την εν λόγω δίαιτα. Κάνεις κοιλιακούς από τα γέλια. 

Γ) Δίαιτα των 7 ημερών (http://diaites.gr/7day.php) και στην αρχή λέω "σιγά, εμένα όλες μου οι δίαιτες έτσι κι αλλιώς 7 μέρες κρατάνε". Τίποτα δεν είναι αποτελεσματικό μέσα σε 7 ημέρες, εκτός ίσως από τον Κόσμο. Και τι να δω. Την αναπτύσσει, λέει να τρως φρούτα, λαχανικά και γάλα, μέχρι να χέζεις Kiss, και στο τέλος σου απαγορεύει ρητά να την ακολουθήσεις. Οκ. Με έβγαλες από τον κόπο, φίλε. 

Δ) Δίαιτα Ζώνης (http://diaites.gr/zone.php), η οποία αναφέρει ότι κατά τον Dr. Sears κάποιες ορμόνες ευθύνονται για την λήψη βάρους μπλαμπλαμπλίδια ετσέτερα ετσέτερα. Για να δούμε τι λέει. Χμμ. Πρέπει να τρως 124 φορές τη μέρα. Μπορώ να το πετύχω, ωστόσο - άνεργη είμαι άλλωστε, τι διάολο. Για να δούμε και τι τρώμε. Α, ωραία, έχει παραδείγματα. Μου αρέσουν τα παραδείγματα γιατί ανοίγουν την όρεξη και μου έρχεται να φτιάξω κέικ καρότου με γλάσο λεμόνι, σκάσε κοπελιά και διάβαζε. Έχει και διαφορετικά μενού για άνδρες και γυναίκες: σου λέει, για να θες να κάνεις αυτή τη δίαιτα, είσαι άεργος και μπάκουρος, οπότε βούλωστο και πορεύσου μοναχός. Ναι. Ασπράδια αυγών και σπαράγγια ομελέτα μαγειρεμένα με ελαιόλαδο, Πλιγούρι βρώμης και φράουλες. Ψιλοκομμένο αχλάδι. Σολομός ποσέ με χυμό πορτοκαλιού. Κολοκύθα σοτέ στο βούτυρο. Γαρίδες με μπιζέλια, βλαστών μπαμπού, νεροκάστανα και φύτρα φασολιών. Μάλιστα. Βλέπω τι θες να κάνεις εδώ. Θες να με ξεπαραδιάσεις, να ξοδεύω 1000 ευρώ το μήνα για εισαγόμενα νεροκάστανα και φύτρα φασολιών, να κάνω τρεις ώρες να ετοιμάσω το γεύμα μου (σοβαρά τώρα, γιατί να το ΨΙΛΟΚΟΨΩ το αχλάδι; Θα κλάψω) και εν τέλει να πάθω νευρικό κλονισμό και να τρέφομαι με ορό στο Θριάσιο. Ναι, βέβαια, είναι κι αυτό ένας τρόπος αδυνατίσματος. 

Ειλικρινά, δεν αντέχω να διαβάσω άλλες δίαιτες. Είκοσι λεπτά και τα νεύρα μου έχουν γίνει κουρέλια. Είναι έντεκα το πρωί, έχω φάει ένα μπολ κορν φλέικς με γάλα και το στομάχι μου αρχίζει να γουργουρίζει επικίνδυνα. Έχω βέβαια προμηθευτεί μήλα και μανταρίνια. Σκάσε λοιπόν, φάει ένα νοστιμότατο μηλαράκι και φτιάξε κι έναν ωραίο καφέ να ξεχαστείς. Βάλε κι ένα επεισόδιο Ντέξτερ να δεις να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Ε, ρε τον κερατένιο τον Ντέξτερ. Στους τίτλους αρχής καταβροχθίζει ηδονικά αυγά τηγανιτά, χοντρά κομμάτια μπέικον και φρέσκα σαγκουίνια (βάζω στο πλάνο και 34 μανταρίνια, μετά το μήλο). Φυσικά θα φέρει ντόνατ σε όλο το γραφείο (από αυτά τα πανέμορφα, με τα χρωματιστά τρίμματα και τα γεμιστά με κρέμα φράουλα) και μετά θα βγει με την αδερφή του την κοκκάλω για να τσακίσουν δυο τρία μπουρίτος μεξικάνικα με το τσίλι και το λιωμένο τυρί να τρέχει στο πιάτο. Βλέπω το μηλαράκι που τρώω και νιώθω σαν γουρουνάκι με το μήλο στο στόμα, έτοιμο για ψήσιμο, μέχρι που γυρίζω ασυναίσθητα να δω μήπως έχω και μαϊντανό στον κώλο. Σιχτίρ. Σκέψου κάτι άλλο. Οι φίλοι μου κοιμούνται μέσα. Τι θα τους μαγειρέψω; Είναι και μικρά παιδιά, πρέπει να φάνε να καρδαμώσουνε. Άμα φτιάξω φακές, θα μου τις φέρουν στην κεφάλα. Θέλουν κρέας. Και άμυλο. Το έχουν ανάγκη. Δε μπορώ να τους φτιάξω πχ. χορτόσουπα. Καταλήγω να πάω στον χασάπη με δάκρυα στα μάτια και να παίρνω κιμά για να τους φτιάξω την ωραία μακαρονάδα που λέγαμε πριν, με τα κοκκινιστά κεφτεδάκια. Και μπόλικο τριμμένο τυράκι από πάνω, και φρεσκοτριμμένο πιπέρι, καυτερό, για το κρύο. Φαΐ, φαΐ, φαΐ. Τώρα πεινάω αληθινά. Εξάλλου έχουν περάσει και τρεις ώρες από το πρωινό. Δεν θα με χάσετε και από ασιτία. 

Αυτή τη φορά η δίαιτά μου διήρκεσε πέντε ώρες. Και πέθανε ένδοξα, μέσα στην σάλτσα που τυλίγεται ηδονικά γύρω από το αλ ντέντε μακαρόνι. 

Αυτά προς το παρόν

Σας φιλώ στα μούτρα

Έξαλλη όπως πάντα 

Άνγκρυ Μπιτς


Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Γλυκό, ψυχαναγκαστικό καλοκαίρι

Καλημέρα, είμαι έξαλλη.

Το καλοκαίρι πέρασε, εμπρός βήμα ταχύ, και όσοι μαζί μου διαφωνούν ας μείνουν εξοχή.

Δεν ήθελα ποτέ να γράψω το εν λόγω ποστ, σας το ορκίζομαι. Σέβομαι την λατρεία που έχουν οι άνθρωποι στην καυτή και νερουλή αυτή εποχή του χρόνου, και δεν ήθελα να τους τη χαλάσω με γκρίνιες. Και η αληθινή αλήθεια (sic) είναι ότι κι εμένα καθόλου δεν με χαλάει το καλοκαίρι. Διακοπές, μπάνια, βιβλία, ποτάκια στη θάλασσα, νησάκι... μια χαρά.

Το θέμα μου είναι άλλο.

Όπως και τα Χριστούγεννα, έτσι και το καλοκαίρι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια συγκεκριμένη εικόνα για το πώς πρέπει να περνάς και να διασκεδάζεις. Σε περίπτωση που δεν συμβαδίζει με την δική σου, καταλήγουν στο ότι έχεις κατάθλιψη/μιζέρια/λάθος εντύπωση των πραγμάτων/στρεπτόκοκκο και πρέπει να σε βγάλουν άμεσα από αυτήν την πλάνη που σε πλανά (θα γράψω κι άλλα αδόκιμα σήμερα, έχει ζέστη).

Θα ήθελα παρακαλώ να επισημάνω όμως εδώ πως και για μένα, όπως και για όοοοολον τον υπόλοιπο κόσμο, το καλοκαίρι είναι Διακοπές. Και δικαιούμαι να το περάσω όπως γουστάρω και το ονειρεύομαι όλον τον υπόλοιπο χρόνο. Όχι όπως το ονειρεύεστε εσείς. Και οι διαφημίσεις κινητής τηλεφωνίας.

Τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά.

Θα κάνω μια κατάθεση ψυχής εδώ. Το ξέρω πως δεν θα με συμμεριστείτε, και θα με βρίζετε φρικτά όσο το διαβάζετε, αλλά αν βρω έστω κι έναν άνθρωπο που θα ταυτιστεί με τα όσα καταθέσω, θα είμαι νικήτρια σε ένα περίπλοκο κακό κομματάκι της ψυχής μου. Λοιπόν, τι εννοώ.

1) Δεν θέλω να κάνω ηλιοθεραπεία. 
Εδώ, τραβάω των παθών μου τον τάραχο. Έχω την τύχη να είμαι από εκείνες τις κατάλευκες τύπισσες που δεν καίγονται στον ήλιο. Όμως. Δεν μαυρίζω κιόλας. Όπερ σημαίνει, ότι πρέπει να κάθομαι και να λαδώνομαι ανελέητα κάτω από έναν ήλιο που καίει και τσουρουφλίζει και δεν με αφήνει ούτε να διαβάσω το βιβλίο μου από την αντηλιά, για να ανακαλύψω στο τέλος των διακοπών ότι έχω κάποια ελαφρώς πιο ανοιχτόχρωμα σημαδάκια στα μέρη που κάλυπτε το μαγιώ. Αυτό στη γλώσσα μου, σημαίνει "μαύρισα". Στη γλώσσα των μεσογειακών καραμαυρισμένων φίλων μου σημαίνει "καλά, δεν έκανες μπάνια;" Στο μεταξύ, για να αποκτήσω εγώ αυτό το αξιοζήλευτο σκούρο λευκό χρώμα, έχω πάθει ηλίαση, ζαλίζομαι, πονάει το κεφάλι μου και μου έχουν μείνει μόνο 342 σελίδες από το βιβλίο μου. Μέσα σε ένα μήνα. Την στιγμή που οι φίλοι μου πάνε ένα διήμερο Ύδρα και γυρνάνε πιο μαύροι και από τον Πελέ. Λοιπόν, δεν θέλω να κάνω ηλιοθεραπεία. 

2) Δεν θέλω να φορέσω μαγιώ. 
Αυτό πηγάζει από το ότι δεν μπορώ να βρω μαγιώ. Οι σχεδιαστές μαγιώ σου λένε, τι είναι οι γυναίκες; α) τρομερά κοκαλιάρες, οπότε τέσσερα τρίγωνα σε μέγεθος τριγώνων Πανοράματος Θεσσαλονίκης ραμμένα ανά δύο αρκούν να τις σκεπάσουν, β) τρομερά χοντρές, σαν σύγχρονα κυκλαδίτικα ειδώλια. Η πιθανότητα να χρειάζεσαι ένα μεγάλο κομμάτι πάνω κι ένα μικρό κάτω ανήκει, κατ' αυτούς, στην κατηγορία "ήμουν κοκαλιάρα κι έβαλα δυο τόνους ψεύτικο βυζί", οπότε σε αυτήν την περίπτωση δεν προβληματίζονται, αφού και δυο τσιρότα τις κρατάνε. Σας έχω νέα, κύριοι. Ναι, χρειάζομαι μεγάλο πάνω και μικρό κάτω και ναι, δεν έχω ψεύτικο στήθος. Έχω ένα στήθος που και την βαρύτητα υπακούει και θέλει και μία άλφα στήριξη (ψυχολογική κυρίως). Αυτό σημαίνει πως είτε πρέπει να πλέω στο κάτω μέρος σα να χω φορέσει τη ντουμάνα της γιαγιάς μου, είτε να περιοριστώ σε ένα σουτιέν τόσο μικρό που με την εισπνοή θα λύνεται. Και πες ότι το βρήκα το μαγιώ, ή έκανα ένα mix&match ανάγκης. Πώς βγαίνεις κυρία μου ΚΑΙ χωρίς κορμάρα ΚΑΙ κατάλευκη στην παραλία; δεν καταλαβαίνεις ότι γίνεσαι ο περίγελως της περιοχής; Γύρω γύρω κοριτσάκια με κοιλιές πιο επίπεδες κι από ταβάνια, λεπτά ποδαράκια, μικρά βυζάκια, γραμμωμένα μπρατσάκια και κατάμαυρες από πάνω (ΦΥΣΙΚΑ, αυτές κάνουν ηλιοθεραπεία, τονίζουν οι φίλες μου κινδυνεύοντας να πεθάνουν σε μια τόσο τρυφερή ηλικία) κι εγώ, που νιώθω σαν αλμπίνος γυμνοσάλιαγκας κάτω από την καπελαδούρα μου. Και μετά έρχονται οι φωτογραφικές μηχανές. Έλα, έλα μια φωτό για το φέισμπουκ!! και δεν καταπίνω καλύτερα μια ντουζίνα ξυράφια. Πιο ανώδυνο θα είναι. Άνετα θα έκανα γυμνισμό, αν έβρισκα έστω κι έναν άνθρωπο να με ακολουθήσει. Και να μην σπάσουμε τα ποδάρια μας σκαρφαλώνοντας σε απόκρημνους γκρεμούς για να φτάσουμε σε μια εκ των ελαχίστων παραλιών γυμνιστών στην Ελλάδα. 

3) Δεν θέλω να φοράω ψηλοτάκουνα. 
Βασικά, για να πούμε την μαύρη αλήθεια, δεν ξέρω να φοράω ψηλοτάκουνα, τριάντα χρονώ γαϊδούρα. Αλλά έστω. Τον χειμώνα την παλεύω. Η διαφορά έγκειται στα πατώματα. Τον χειμώνα πατάς. Κανονικά. Σε στέρεο έδαφος. Σε τσιμέντο. Σε χαλί. Σε οτιδήποτε ίσιο, τέλος πάντων. Το καλοκαίρι πας σε μπαράκια που είναι ΕΞΩ. Με γραφικά πέτρινα πατώματα. Με καλοκαιρινά βραχάκια. Με άμμο. Με βότσαλα. Στην καλύτερη, σε σαθρά ξύλινα πατώματα μπιτς μπαρ που από την υγρασία έχουν φουσκώσει πιο πολύ κι από σουφλέ. Και εκεί, εγώ, πρέπει να ισορροπήσω. Και αφού έχω καταφέρει να βρω στάση από την οποία δεν γκρεμοτσακίζομαι, έρχεται φίλος και με τραβολογάει να χορέψουμε. Και πέφτω, φυσικά. Εκεί, δεν ξανασηκώνομαι, καλά είμαι εδώ. Ή βγάζω τα παπούτσια και χορεύω ξυπόλητη, ενώ οι μισές γκόμενες του μπαρ με κοιτούν με απέχθεια ("Και άσπρη, και γεματούλα, και λέτσος. Αγγλίδα θα είναι". Λοιπόν, την επόμενη με σαγιονάρα κι ας κονταίνει το πόδι. Σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι. 

4) Δεν θέλω να βγαίνω κάθε βράδυ.
Για μερικούς ανθρώπους διακοπές σημαίνει ξεκούραση. Ιδίως όταν πάω στο νησί μου, σημαίνει ξεκούραση, βλέπω τους γονείς μου που βλέπω τρις τον χρόνο, τρώω το φαγητό της γιαγιάς Τασούλας και κοιμάμαι. Και φυσικά, βγαίνω κιόλας. Κάνω μπάνια, πάω θερινό, πάω για ποτό, για φαγητό, για χορό... αλλά όχι κάθε βράδυ. Και έρχονται οι φίλοι: "αμάν ρε παιδάκι μου, χτες δεν βγήκες, προχτές δεν βγήκες, πότε θα βγεις;" "Σήμερα" "Επιτέλους, κόντεψες να μουχλιάσεις" "Μα αυτή την εβδομάδα έχω να πάω σε τέσσερα πάρτυ" "Τέσσερα; Καλόγρια είσαι; Α, και κοίτα, απόψε να φορέσεις τακούνια, και να προλάβεις να μαυρίσεις μέσα σε μία ώρα". Σχοινί, σαπούνι, σκαμνί, τσεκ. 

5) Δεν θέλω να μου λένε "χαλάρωσε και δέξου τα όλα, καλοκαίρι είναι". 
Όχι, δε θα πάω να λικνιστώ με σκυλάδικα, επειδή καλοκαίρι είναι, μωρέ. Όχι, δεν θα φάω ό,τι αηδία βρω μπροστά μου και θα γίνω σαν βαρέλι, επειδή καλοκαίρι είναι, μωρέ. Όχι, δεν θα πιω τον Βόσπορο και μετά θα οδηγήσω, επειδή καλοκαίρι είναι, μωρέ. Καλοκαίρι είναι, δεν είναι η Δευτέρα Παρουσία. Και μη μου λέτε να χαλαρώσω επειδή είναι καλοκαίρι. Μέσα μου, αυτό σημαίνει πως μόλις τελειώσουν οι διακοπές οφείλω να μιζεριάσω και να κωλοσφιχτώ. 

Αυτά τα έμορφα. Υπόσχομαι ότι στο επόμενο ποστ μου θα είμαι πιο φιλική προς τον χρήστη και λιγότερο επιθετική, υπόσχεση που δεν θα κρατήσω.

                                                                                  Αυτά προς το παρόν
                                                                                 Σας φιλώ στα μούτρα
                                                                                  Έξαλλη όπως πάντα

                                                                                      Άνγκρυ Μπιτς

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Αγαπάτε υπαλλήλους

Καλημέρα, είμαι έξαλλη.

Σήμερα θα μιλήσουμε (αγαπητά μου παιδιά κ.ο.κ.) για το τρομερό αυτό είδος που ονομάζεται υπάλληλοι καταστημάτων. Ας βγάλουμε στην άκρη ένα μεγάλο ποσοστό που κάνουν εξαιρετικά τη δουλειά τους (άλλωστε σε αυτό ανήκα κάποτε και εγώ, με μεγάλη επιτυχία, φρικτή μαύρη στολή, εμετικά μοκασίνια και ταμπελάκι με το όνομά μου στο αριστερό βυζί) και ας ασχοληθούμε με Αυτούς Που Θα Μας Χαλάσουν Τη Μέρα. Οι οποίοι είναι δυστυχώς περισσότεροι από όσους αντέχει ένας μέσος άνθρωπος. Και συχνότεροι. Και χρήζουν οδηγιών λειτουργίας. Παρακαλώ λοιπόν!! Όσοι πιστοί προσέλθετε και διαβάσετε την κάτωθι λίστα όσων πρέπει - ή δεν πρέπει - να ακολουθείτε, αν είστε υπάλληλος, είτε σε κατάστημα με ρούχα είτε περιπτεράς.

Σημαντική σημείωση. Από αυτό το ποστ δεν εξαιρούνται οι ιδιοκτήτες. Μην κάνετε τα κορόιδα.

1) Μια καλημέρα είναι αυτή, πες την κι ας πέσει χάμω. Το είπε και ο τροβαδούρος του έρωτα, ή όπως αλλιώς έχει αποκαλεστεί ο κύριος Πάριος. Μπαίνω στο μαγαζί. Καλημέρα, λέω. Καλημέρα, δεν μου λένε. Και αναρωτιέμαι. Είμαι αόρατη; είμαι άηχη; είναι νύχτα; Δεν είναι δύσκολο. Πες μια καλημέρα, και ρίξε κι ένα χαμόγελο βρε αδερφέ. Δεν είναι δύσκολο. Δεν σου σκότωσα τη μάνα. Αν συνεχίσεις όμως, θα έχω συχνές φαντασιώσεις ότι σκοτώνω το παιδί της. Αντίστροφη Περίπτωση: Μπαίνεις σε κατάστημα άδειο, με 87 υπαλλήλους, να πάρεις ένα αποσμητικό και σου λένε καλημέρα διαδοχικά ΟΛΟΙ οι υπάλληλοι. Και σου χαμογελάνε αστραφτερά σε απόσταση που αν ανατριχιάσεις, θα τους αγγίξεις. Ζωτικός χώρος, κυρίες και κύριοι. Δικός μου. Τον χρειάζομαι για να ανασαίνω. Και δεν ήρθα να κάνω PR. Ένα Ρεξόνα ζήτησα η φτωχιά.

2) Αν σου ζητάνε βοήθεια, δώστην. Αν δεν σου ζητάνε, μη μου πρήζεις τα συκώτια. Είναι τόσο απλό. Στην καλύτερη, πες ένα "Αν χρειαστείτε κάτι, είμαι εδώ" και απομακρύνσου ευγενικά. Εδώ οι κατηγορίες συνήθως είναι δύο: Ψάχνεις ένα παπούτσι νούμερο 38 και δεν έχει. Λες στην πωλήτρια, Συγγνώμη, θα μπορούσα να έχω αυτό το μοντέλο σε 38; Είσαι ΤΟΣΟ σαφής. Δεν λες, Συγγνώμη, μπορώ να έχω το τηλέφωνό σου για να σου κάνω φάρσες με τους φίλους μου στις 3 το πρωί. Δεν λες, Συγγνώμη, μπορώ να σε ζαλίσω την επόμενη μιάμιση ώρα κλαψουρίζοντας για τον Αποστόλη που με παράτησε για την Ντιάνα πριν τέσσερα χρόνια στην Σκιάθο, γιατί δεν έχω φίλους να τα πω. Όχι. Αυτή όμως κοιτάει αλλού επιδεικτικά. Ξαφνικά μια πρόκα στον τοίχο γίνεται ο κόσμος της. Μια συνάδελφος πωλήτρια (τότε με τη φρικτή στολή) μου είχε δώσει απίστευτη συμβουλή: "Αν δεν τους δίνεις σημασία, φεύγουνε". Και το έλεγε σαν προτροπή. Όπως λέμε για τα γυφτάκια που πουλάνε χαρτομάντιλα. Καλή της ώρα. Η δεύτερη κατηγορία είναι η Να σας βοηθήσω; (Όχι) Ψάχνετε κάτι; (Ναι, τον φακό επαφής που μου έπεσε εδώ τον Απρίλιο) Για εσάς ή για δωράκι; (Και τα δύο. Είμαι μοναχικός τύπος) Έχετε κάτι στο μυαλό σας; (Μου έχει κολλήσει ένα παλιό τραγούδι της Βανδή από το πρωί, το ξες;) Βλέπω ότι κοιτάτε τις φούστες (Επειδή είμαι εύζωνος) φουστίτσα ψάχνετε; (Όχι, ντομάτες, αλλά δεν βλέπω να έχετε). Βραβεύω εδώ προσωπικά την ατάκα ενός τύπου που μπαίνω καρφωτή σε κατάστημα παπουτσιών να δω συγκεκριμένο παπούτσι σε έκπτωση που κοζάρω από το απέναντι πεζοδρόμιο. Μου κόβει το δρόμο και μου λέει κοιτώντας με με πάθος: Αν θέλετε οτιδήποτε, εγώ είμαι εδώ. Ο άνθρωπός σας. Πρώτη φορά μου πλασάρουν κόκα σε παπουτζίδικο.

3) Το μαγαζί σου δεν είναι ο παράδεισος επί γης, επίσης δεν μου έκανες χάρη που μπήκα. Αλλιώς βάλε φέις κοντρόλ. Μη με ακολουθείς σα να πρόκειται να σου κλέψω όλο το μαγαζί. Μου έχει τύχει να με ακολουθούν καχύποπτα σε τμήμα επίπλων. Τι θα σου κλέψω, καλή μου; Τον γωνιακό καναπέ ή την εταζέρα; Επίσης. Είναι καλό να θυμάσαι πάντα ότι είσαι απλά υπάλληλος σε κατάστημα και δεν είσαι η κολλητή της Πατρίτσια Φιλντ, για παράδειγμα, που έχει τουπεδάκι και υφάκι. Μπαίνω πριν μερικά χρόνια (και μερικά κιλά παραπάνω) σε κατάστημα ρούχων να βρω φόρεμα για γάμο (μαύρη η ώρα, χώρισαν και τα παιδιά). Λέω Καλημέρα, ψάχνω ένα καλό φόρεμα για γάμο. Για σας;; μου λέει η πωλήτρια και σκάει στα γέλια. Υποψιάζομαι ότι είναι χαζοχαρούμενη, απλά, και χαμογελώντας της λέω Ναι, γιατί; Σοβαρεύει και μου λέει Δεν έχουμε ρούχα στο νούμερό σας, κυρία μου. Έχουμε, πώς να το πω, μικρά νούμερα (ήθελε να είναι και ευγενική, δεν ήθελε να πει Πηγαίνετε στου Χυτήρογλου να ψωνίσετε κανα τόπι ύφασμα μπας και τυλιχτείτε). Ευτυχώς εκείνη τη μέρα είχα τις καλές μου και της απάντησα Μικρότερα νούμερα από τον εγκέφαλό σας αποκλείεται! Αγριεύει και μου λέει Με κοροϊδεύετε; Της χαρίζω το πιο πλατύ μου χαμόγελο και της λέω Δεν ξέρετε πόσο με χαροποιεί που το καταλάβατε. Είναι κι αυτό μια πρόοδος. Και έφυγα κιουρία. Που να παίρνει πατάτες και να ξεχειλίζουν σολανίνη. Να αγοράζει σουτιέν και να της στραβώνει η μπανέλα. Να αγοράζει εφημερίδα και να της κλέβουν το ένθετο. Σιχτίρ. Συγχύστηκα.

4) Όταν συμβαίνουν αναποδιές, συμβαίνουν αναποδιές. Τελεία. Όταν σου φέρνω ένα προϊόν την άλλη μέρα για αλλαγή επειδή είναι λάθος νούμερο / ελαττωματικό / ξεβαμμένο / στραβοβιδωμένο / άλλο χρώμα από ό, τι λέει στο κουτί / δεν άρεσε στην αδερφή μου συνήθως συμβαίνει επειδή είναι λάθος νούμερο / ελαττωματικό / ξεβαμμένο / στραβοβιδωμένο / άλλο χρώμα από ό, τι λέει στο κουτί / δεν άρεσε στην αδερφή μου. Όχι επειδή σε μισώ και θέλω το κακό σου. Μια αλλαγή θέλω να κάνω. Συμβαίνει. Εκπαιδεύτηκες γι' αυτό, ηλίθια σουφραζέτα. Μη με βγάζεις τρελλή. Κυρία με κατάστημα εσωρούχων προσπαθούσε να με πείσει ότι έμπαινα σε κορμάκι παιδικό. Μα κοιτάξτε, γράφει έξτρα λαρτζ, μου έλεγε. Μα κοιτάξτε, το συνολικό του μήκος δεν ξεπερνά το μποτάκι μου, της λέω. Και τώρα ποιον θα εμπιστευτείτε, τη μάρκα μας που είναι τόσα χρόνια στο χώρο, ή αυτό που βλέπετε; μου λέει. Μαντέψτε, της απαντώ. Μη μου μιλάτε εμένα έτσι, έχω τόσα χρόνια κατάστημα, ωρύεται. Εκπλήσσομαι, της λέω. Δεν μπορώ να σας κάνω αλλαγή, μου λέει. Γιατί, δεν ξέρετε πώς γίνεται; της λέω. Είναι απλό, γίνεται με τρεις τρόπους. Είτε μου επιστρέφετε τα χρήματά μου, είτε παίρνω κάτι άλλο, είτε σας καταγγέλλω στην τρομερή σας μάρκα ως κακή συνεργάτη. Ωρύεται, με βρίζει, ο κόσμος αδειάζει το μαγαζί, αφήνω το κορμάκι και παίρνω τρία ζευγάρια κάλτσες. Φεύγω. Η τύπισσα βγαίνει στο πεζοδρόμιο βρίζοντάς με ακόμα. Τς Τς Τς.

Αυτά προς το παρόν.

                                                                                                                 Σας φιλώ στα μούτρα
Έξαλλη όπως πάντα
Άνγκρυ Μπιτς



Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Αριστερό - Δεξί, Αριστερό - Δεξί και άλλα περίπλοκα μαθήματα

Καλημέρα, είμαι έξαλλη.

Παρά τις τρομερές μου εμπειρίες στα ΜΜΜ, συνεχίζω και κινούμαι στους δρόμους της Αθήνας, στα μετρό της, στα πεζοδρόμιά της, στα μαγαζιά της κ.ο.κ. αντί να γίνω ερημίτισσα, να παίρνω τις προμήθειές μου με καλάθι και τροχαλία από το μπαλκόνι, να βλέπω αμερικάνικες σειρές και να νομίζω ότι όλοι ζουν στον κόσμο του καλού παγωτού και λένε "αι λαβ γιου" σε  κάθε ευκαιρία. Η επιμονή μου είναι κάτι το θαυμαστό, το αξιέπαινο και το ηλίθιο.

Και έχω νέες εντυπώσεις.

Πόσο εύκολο κάνουν οι άνθρωποι το να καταστρέφουν την απλότητα μερικών πραγμάτων; Υπάρχει κάτι που ονομάζεται (ή, έστω, θα 'πρεπε) Αυτονόητο. Αλλά όοοοοχι. Εκεί, στο σπάσιμο των νεύρων. Εκεί που το "Εμπρός στον Έτσι που χάραξε ο Τέτοιος" γίνεται "Εμπρός στον Απαυτόνα που χάραξα Εγώ που είμαι κι άλλος δεν είναι".

Παράδειγμα

Κατηγορία Πρώτη: Το Περπάτημα. 

Δεν είναι δύσκολο να περπατάς. Το προαπαιτούμενο είναι να έχεις πόδια, κατά προτίμηση δύο. Αριστερό - Δεξί, Αριστερό - Δεξί και αυτό είναι όλο. Και σταματάς σαν άνθρωπος. Όχι σαν σάιμποργκ που ξέμεινες από μπαταρία. Κυρίως στο τέλος της κυλιόμενης, όπου αν σταματήσεις απότομα, τύπου μα τι είχαμε πιει με την Καιτούλα το 1996 στην Σαντορίνη και είχαμε γίνει να μας κλαίνε οι ρέγγες, δημιουργείς μια σειρά από έντρομα ανθρώπινα ντόμινο που συνεχίζουν να κατεβαίνουν τις σκάλες μη ξέροντας την κόλαση που τα περιμένει παρακάτω. Μα δεν σε νοιάζει. Εσύ έφτασες. Οι άλλοι ας πετάξουν. Το ίδιο για το σταμάτημα ισχύει και όταν περπατάς σε μέρος με στενό μήκος, πχ αποβάθρα τραίνου ή πεζοδρόμιο στην Κυψέλη. Περπατάς. Οι πιθανότητες να περπατάει κάποιος άλλος πίσω σου είναι αυξημένες αν σκεφτείς ότι περπατάς στην Αθήνα. Και ότι το τραίνο που θα πάρεις δεν είναι πριβέ. Διασχίζεις λοιπόν την αποβάθρα, ας πούμε στο μετρό του Συντάγματος, για να το κάνουμε εικόνα. Είναι φίσκα και θες να πας λίγο παρακάτω να ξελασκάρει ο κόσμος. Μέχρι εδώ καλά κάνεις. Όχι, μπράβο σου. Αλλά σου έχω νέα. ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ. Εκεί λοιπόν που έχεις φτάσει ανάμεσα σε κυριούλα με 4 παιδιά και ηλικιωμένο ζεύγος που περιμένει το τραίνο γέρνοντας μπροστά σε στάση δρομέα στην εκκίνηση, ανάμεσα στους οποίους βία χωράς ο ίδιος εσύ, σταματάς. Έτσι απλά. Και μπλοκάρεις όλη την αποβάθρα. Αλλά δε σε νοιάζει. Γιατί εσένα μια φωνή μέσα σου σου ψιθύριζε μυστικά πως ΕΚΕΙ έπρεπε να φτάσεις. Και δεν πάει οι άλλοι να κονσερβοποιούνται αργά και μεθοδικά πίσω σου. Θα σε σκουντήσουν. Θα αγριοκοιτάξεις. Θα σου πουν "συγγνώμη, κύριε". Θα κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Θα σε στριμώξουν  για να περάσεις. Θα τους καταγγείλεις στην Εταιρεία Διαχείρισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Θα περάσουν δίκη. Και θα κερδίσεις. Γιατί είσαι εσύ. Και σταματάς όπου δη. Γιατί ΜΠΟΡΕΙΣ.
Υποκατηγορία άξια αναφοράς: Γέροι και Γριες που θεωρούν ότι πρέπει να ισορροπήσουν στο κέντρο του πεζοδρομίου, αλλιώς το πεζοδρόμιο είναι βάρκα και θα μπατάρει. Και ταλαντεύονται μια δεξιά, μια αριστερά. Μόνο τα ίσαλα δεν έχουν τατουάζ πάνω τους. Και δεν μπορείς να τους προσπεράσεις ποτέ. Και από πουθενά. Και παρόλο που κινούνται με υπερηχητική ταχύτητα κρητικού χοχλιού, οι κινήσεις τους είναι (ω ναι) απρόβλεπτες. Γέρνουν αριστερά, και ενώ πας να προσπεράσεις εκ δεξιών, στη φέρνουν και ξαφνικά κάνουν ένα βηματάκι δεξιά. Δεν μπορείς να τους πεις ευγενικά "συγγνώμη, να περάσω"; Δεν θα δεις ποτέ τη Βαλχάλα.

Κατηγορία Δεύτερη: Ροχάλες και Κλανιές. 

Και συγγνώμη για τον τίτλο. Έψαχνα ώρα να βρω κάτι πιο ευγενικό, όπως "πτύελοι και αέρια". Αλλά δεν έδινε την αμιγώς κάφρικη εικόνα που αποπνέει το αληθινό γεγονός. Ότι περνάς δίπλα από τύπο ο οποίος ευγενικά σου προσφέρει την ατέλειωτη ηχητική ευχαρίστηση της πορείας της ροχάλας από τον οισοφάγο προς τη μύτη και εκεί στο στόμα μέχρι να την φτύσει παχιά μπροστά στα πόδια σου, κάτι που προσομοιάζει με μμμμμμμχχχχρρρρφτουθ αλλά στο πιο απολαυστικό. Αληθινό παράδειγμα: Περιπτεράς έχει την απόλυτη έμπνευση να φτύσει έξω από το περίπτερο χωρίς να κοιτάξει αν περνάει άνθρωπος. Ξυστά από το παγωτό μου. Το οποίο είχε γεύση φιστίκι. Και το οποίο πέταξα. Και μου άφησε και τραύμα να περνάω προσεχτικά από περίπτερα και προαύλια σχολείων (τα πιτσιρίκια φτύνουν κατά κόρον, επίσης). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος τώρα. Θα περάσω κατευθείαν στο Αληθινό παράδειγμα: Δεκαπενταύγουστος. Δεν σκάει ο τζίτζικας, γιατί από τη θερμότητα δεν έχουν επιβιώσει παρά μονάχα οι κατσαρίδες, οπότε ποιος-τζίτζικας-μου-λες-τώρα. Τραίνο - ΗΣΑΠ. Διαδρομή Ταύρος - Νερατζιώτισσα. Τότε που υπήρχε αυτή η διαδρομή. Μιλάμε για αιώνες πριν. Βικτώρια. Μπαίνει τύπος. Φυσικά ο κλιματισμός στο βαγόνι αποτελεί ανέκδοτο. Τα παράθυρα κλειστά γιατί απόξω το μόνο που θα έμπαινε είναι ο λίβας που καίει τα σπαρτά. Τύπος κρατιέται από την κεντρική δοκό. Λες, θα κάνει pole dancing. Όχι. Κόντρα κρατάει. Και αρχίζει να κλάνει. Με διάρκεια. Ήχο. Άρωμα. Απόλαυση. Το μισό βαγόνι γελάει. Το άλλο μισό έχει πεθάνει. Κυρία τολμάει να κάνει παρατήρηση: Μα σταματήστε να κλάνετε κύριε. Κύριος χαμογελάει με νόημα: Δε μπορώ. Έχω εντερικά. End of story.
Υστερόγραφο: Θα σας σοκάρω, αλλά όλοι φτύνουμε. Στο μπάνιο μας. Σε χαρτομάντιλα έστω. Διακριτικά. Όχι στη μάπα του άλλου με όλο το χάπενινγκ σε υπερπαραγωγή. Επίσης, όλοι κλάνουμε. Ακόμα και το μπαρμπούνι (ό,τι άλλο ακούσετε είναι αστικός μύθος). Αλλά δεν προσφέρουμε στον άλλο την ευχαρίστηση να μαντέψει το πρωινό μας. Δεν πρόκειται για γκομενέ καθωσπρεπισμούς. Πρόκειται για την ευγενική προειδοποίηση μιας κυρίας Άνγκρυ Μπιτς ότι την επόμενη φορά που θα φτύσεις μπροστά στα μούτρα μου ή θα κλάσεις γελώντας (και βρωμώντας) θα ρίξω το ταμπόν μου στο φραπόγαλό σου. Σκατόγυφτε.

Κατηγορία Τρίτη: Το γνωστό με τις Ουρές και τα γαϊδούρια. 

Όπου ένα γαϊδούρι έχει μια ουρά, αλλά μια ουρά πολλά γαϊδούρια. Κι επειδή είμαι ένα από τα γαϊδούρια που έχουν μάθει να υπομένουν στωικά, ΑΠΑΙΤΩ να μη με προσπερνάς. Είτε είμαι στο σούπερ μάρκετ, είτε είμαι στην τράπεζα, είτε είμαι στη Γιουροντίσνεϋ. Όπου στη Γιουροντίσνεϋ, σημειωτέον, για να με προσπερνάς, Έλληνας θα είσαι = μάγκας. Την επόμενη φορά που θα χωθείς ύπουλα, θα σου ρίξω φαγουρόσκονη. Κάθε φορά που θα πας να μιλήσεις στον κολλητό σου υπάλληλο παρακάμπτοντας το σύμπαν, θα έρθω, θα σε πιάσω από τον ώμο φιλικά σαν κολλητή κι εγώ και θα σου πω "τι έγινε ρε μαν, τη γλίτωσες την ψειρού τελικά παρά το κύκλωμα παιδικής πορνογραφίας;". Την επόμενη φορά που θα μου πεις (χωρίς να περιμένεις απάντηση) "συγγνώμη να περάσω λίγο δυο πραγματάκια έχω" θα σου πω "Κι εγώ. Νεύρα." και θα ανεβώ πάνω στο ταμείο, αγκαλιά με την ταμειακή. Και εδώ στο άσχετο, αλλά επειδή με ξαναπιάσανε τα γνωστά μου περί ΜΜΜ, θα εντάξω και την κατηγορία "Όταν έρχεται ο συρμός, στέκομαι ακριβώς μπροστά από την πόρτα, το βαγόνι είναι γεμάτο κόσμο, και εκπλήσσομαι όταν δεν χωράνε να βγούνε - η αντίδρασή μου σε αυτό είναι να σπρώξω τους μέσα μέχρι να εξαϋλωθούν και να περάσω από μέσα τους - τι κι αν δεν μπορούν να βγουν, εγώ μπήκα" (χαμόγελο θριάμβου και κάνω πως δεν καταλαβαίνω όταν όλοι με βρίζουν. Θα βρίζω κι εγώ όταν κατεβώ λίγες στάσεις μετά). Το έχω ξαναπεί: Όταν πρόκειται για τραίνο - μετρό, θα τους σφηνώνω μεταξύ συρμού και αποβάθρας. Όταν πρόκειται για τρόλεϊ - λεωφορείο, θα τους σφηνώνω κάτω από τις ρόδες.
Υστερόγραφο: Όλα τα ανωτέρω δεν αποτελούν απειλές. Αποτελούν υποσχέσεις.

Αυτά προς το παρόν.

Σας φιλώ στα μούτρα 

Έξαλλη όπως πάντα

Άνγκρυ Μπιτς

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Το θέατρο, η ψυχή μου και το στρινγκ της Μαίρης

Καλημέρα, είμαι έξαλλη.

Καμιά εκατοστή θέατρα στην Αθήνα. Μόνο στην Αθήνα. Και που δεν μοιάζουνε όλα με θέατρα. Μερικά μοιάζουνε με αποθήκες. Άλλα είναι αποθήκες. Και άλλα είναι μπαρ. Που λέγονται μπαρ θήατερ, μόνο και μόνο διότι κανα δυο καημένοι προσπαθούν να παίξουν θέατρο εν μέσω θαμώνων, σερβιτόρων και τραπεζίων, πάγκων και ψηλών σκαμπό.
Αυτά τα μία-εκατοστή-θέατρα δεν παίζουν μία παράσταση ανά σεζόν. Παίζουν δύο στην καλύτερη (Δευτερότριτα και λοιπές μέρες), εφτά στη χειρότερη (μία κάθε μέρα) και σε μερικά υπάρχουν από δυο παραστάσεις τη μέρα (απογευματινές - βραδινές). Αν δε λογαριάσουμε ότι τα θέατρα κλασικά αλλάζουν από τρεις μέχρι είκοσι παραστάσεις το χρόνο..... Μπλίνκι μπλίνκι μπλίνκι (υπολογισμοί) μιλάμε λοιπόν για περίπου 400 παραστάσεις το χρόνο στην αθηναϊκή σκηνή. Χώρια όσες φιλοξενούνται από το εξωτερικό, χώρια τα παιδικά θέατρα.
Σε 400 παραστάσεις, πόσες να είναι οι καλές; Σοβαρά τώρα. Και στατιστικά να το δεις το θέμα. Φτιάχνω εγώ 400 πίτες. Πόσες θα τρώγονται; Κυρίως δε όταν τα θέατρα πληρώνονται ΑΔΡΑ για τις πρόβες και τις παραστάσεις των θεατρικών ομάδων και θιάσων. Γιατί να πούνε όχι; Απόσβεση στις αποτυχίες τους κάνουν. Που είναι πολλές.
Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν δημιουργούνται θεατρικές ομάδες, οι οποίες με μεγάλη αγάπη, μεγάλη λαχτάρα και μεγάλη αίσθηση πρωτοπορίας ανεβάζουν τις πλέον σαχλές, κοινότοπες και πρόχειρες μπούρδες στην Ιστορία του θεάτρου. Δεν μιλάμε φυσικά για όλες. Μιλάμε για την πλειοψηφία όμως, κι αυτό είναι από μόνο του αρκετά τρομακτικό.

Ας δούμε λοιπόν τις κυριότερες νίλες που μπορεί να υποστεί ο θεατής από μια θεατρική ομάδα (αυτά μπορεί να είναι στάδια καταστροφής ολόκληρης ομάδας, είτε να συμβαίνουν μεμονωμένα) :

1. Μα Τι Ωραία Παρέα Που Είμαστε. Πόσο γελάμε όταν βγαίνουμε όλοι παρέα και ο Μπάμπης βάζει στη μύτη του το λαιμό από το μπουκάλι της μπύρας και η Μαίρη μιλάει για το τελευταίο μπάζο που την κεράτωσε. Κάθε παρέα έχει έναν (τουλάχιστον) ΓΕΝΝΗΜΕΝΟ ΚΩΜΙΚΟ. Όπου "γεννημένος κωμικός" τι ακριβώς σημαίνει; Κάθε κωμικός γεννημένος είναι. Στις παρέες σημαίνει ότι ο φίλος μας είναι σουργελάκι και δε ντρέπεται να δείξει το βρακί του στον φακό τις απόκριες, ή ότι λέει ωραία ανέκδοτα, ή ότι είπε μια ατάκα που τη θυμόμαστε και γελάμε κάθε Πάσχα πάνω από το αρνί. Αυτό σημαίνει ότι έχει τη στόφα τουλάχιστον του Τζων Κληζ, του Μπιλ Κόσμπι και του Τζιμ Κάρεϊ μαζί. Χαμένος πάει. Ας κάνει θέατρο. ΑΥΤΗ η κατηγορία λοιπόν αφορά στους κωμικούς.

2. Έπαιξα Κι Εγώ Τη Μαντώ Μαυρογένους Στην Πέμπτη Δημοτικού. Διότι ΑΥΤΗ η κατηγορία αφορά στους δραματικούς ρόλους. Κανείς άλλωστε δεν ξεχνά τη Σούλα όταν απήγγελε την 25η Μαρτίου "Όλα πατρίδα μας. Κι αυτά κι εκείνα" κι έδειχνε με το αριστερό της χέρι τα αυτά και το δεξί τα εκείνα. Χωρίς να της το πει κανείς. Ούτε η δασκάλα. Διότι είχε ταλέντο. Συγγνώμη, ΤΑΛΕΝΤΟ. Δακρύζαμε με τη λέξη "πατρίδα". Και όταν μεγάλωσε η Σούλα, δακρύζαμε κάθε φορά που μας αφηγόταν μια ταινία που είδε στην τηλεόραση. Την Εκλογή της Σοφί κυρίως. Τη μπέρδευε λίγο με το Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι, αλλά δε βαριέσαι, εμείς δακρύζαμε ούτως ή άλλως. Η Σούλα πάντα έπρεπε να ασχοληθεί με το θέατρο. Χαμένο ταλέντο. Συγγνώμη, ΤΑΛΕΝΤΟ. Είναι τουλάχιστον μια Κατίνα Παξινού. Έστω, μια Κατίνα σκέτο.

3. Είμαι Οργανωτικός Τύπος Κι Αυτό Λέει Πολλά. Κυρίως ότι, όταν οι γεννημένοι ηθοποιοί ψάχνουν τον γεννημένο σκηνοθέτη, δικαιούμαι να σηκώσω το χεράκι μου ωρυόμενος "Κυρία, Κυρία!". Και φυσικά έχω πολλές ιδέες. Οι ιδέες μου μπορεί να είναι α) χιλιοειδωμένες ("Τι θα λέγατε αν δυο οικογένειες έμπαιναν εμπόδιο στον έρωτα δύο νέων και αυτοί σκοτώνονταν από καημό;"), β) ανέφικτες ("πφφφ, σιγά την σκηνοθετική άποψη. Εγώ θα έβαζα τους ηθοποιούς επί σκηνής να μεταμορφώνονται σε μυρμήγκια σε φυσικό μέγεθος και να πετάνε ολούθε"), γ) τρομακτικά τεχνικές ("εσύ κοπελιά με τα μαύρα μαλλιά! θα κάνεις τρία βήματα προς τα αριστερά και μετά θα κοντοσταθείς με αφηρημένο ύφος προς το κοινό. Ο ψηλός ας έρθει εδώ. Πιάσε την ξανθιά από τη μέση. Όχι έτσι, πιο χαμηλά. Με το άλλο χέρι. Και το μικρό δάχτυλο να τσακίζει προς τα κάτω αριστερά"). Αλλά είμαι οργανωτικός τύπος. Άλλωστε είμαι βιβλιοθηκάριος. Ποιος είναι πιο οργανωτικός από μένα; (αυτό το είπε ο γεννημένος κωμικός της πρώτης κατηγορίας).

4. Θέλω Ένα Κείμενο Που Να Σπάει Κόκκαλα. Τώρα που βρήκα τις ηθοποιάρες μου, τον σκηνοθετάρα μου και το πεντοχίλιαρο που θα σκάσω στη θεατράρα μου, θέλω κι ένα κείμενο που να είναι γροθιά στο κατεστημένο. Δυνατό. Αγριευτικό. Σύγχρονο. Προσωπικό. Πρωτότυπο. Και τότε ο Λευτέρης λέει "μήπως να γράφαμε ένα έργο για τις ανθρώπινες σχέσεις στη σύγχρονη Ελλάδα;" και ο θίασος μένει ξερός. Αυτό θα πει να έχεις ιδέες. Και ΤΑΛΕΝΤΟ (αυτό το κατάφερα με την πρώτη). Ναι ρε παιδιά αλλά ποιος θα το γράψει; Όλοι μαζί και ζήτω μας! Τα πρακτικά κρατάει η Ελενίτσα που ήταν πρώτη στην έκθεση στο Λύκειο. Αλλά όλοι βάζουμε τις ατάκες μας. Βάζουμε πρωτότυπες και σπάνιες ατάκες του στυλ "Τυχαίο; δε νομίζω" για να κάνουμε το έργο ανάλαφρο. Με χιούμορ και σαρκασμό. Αλλά και για να κρατήσουμε και τον κυρ Παντελή που συνήθως βλέπει μόνο Σεφερλή αλλά είναι ο παππούς της Μαίρης και θα έρθει και στην παράσταση. Βάζουμε συγκινητικές στιγμές όπως εκεί που η Σούλα λέει "Δεν το καταλαβαίνεις, Λέανδρε; Δεν μπορούμε να ταιριάξουμε εμείς οι δυο. Δεν μπορούμε. Αγάπη μου". Βάζουμε και τη Μαίρη να βγαίνει με στρινγκ, γιατί πάνω από όλα είμαστε προχω (ρημένοι). Μουσικούλα από πίσω. Ρετρό ή μπιτάκι που κατεβάσαμε από το ΓιουΤιουμπ αλλά δεν θυμόμαστε το γκρουπ, γιατί είχε 4 ονόματα (το ένα ήταν feat. Άσχετε). Είμαστε μπροστά. Πολύ μπροστά. Μπροστά από το γκρεμό. Ξεπαραδιαζόμαστε. Και ξεκινάμε, για δώδεκα παραστάσεις στο στρουμφοχωριό σας.

5. Καταθέτουμε Την Ψυχή Μας, Σηκώνουμε Τις Κιλότες Μας. Στην παράσταση πρέπει να λειτουργούν όλα άψογα. Μην πάνε και χαμένοι οι εικοσιπέντε εκατομμύρια καφέδες που καταναλώσαμε αντί προβών. Και έρχεται η πρεμιέρα. Όπου η Μαίρη είναι σκατά στα μούτρα της, γιατί την επαράτησε ο νέος γκόμενος όταν έμαθε ότι θα εμφανίζεται με στρινγκ στη σκηνή, και τελευταία στιγμή φοράει πάνω από το στρινγκ το παντελόνι του ηχολήπτη, σπαράζοντας στη σκηνή "Χρήστο μου, να, φόρεσα παντελόνι, δεν είμαι μια ξεβράκωτη". Η Σούλα που κάνει διαφραγματικές στα παρασκήνια φοβάται ότι η Μαίρη, το τσουλί, θα της κλέψει το δραματικό ρεπερτόριο και κατ' επέκτασιν το Όσκαρ (δεν την έχει ενημερώσει κανείς σε τι διαφέρει το θέατρο από τον σινεμά) και βγαίνει ουρλιάζοντας σπαρακτικά "Δεεεεεεν τοοοο κατααααααλααααααβααααααίνειειειειειειεις Λέααααανδρεεεε" ετσέτερα ετσέτερα. Καθώς το κοινό δεν συγκινείται πολύ (κρίνει η Σούλα) κάνει το ποίημα του Δημοτικού "Όλα πατρίδα μας, κι αυτά κι εκείνα" με τη γνωστή κινησιολογία. Η μαμά της χειροκροτεί από κάτω εκστασιασμένη. Ο Μπάμπης παθαίνει σεντόνι και βγαίνοντας η μόνη ατάκα που θυμάται είναι η "Τυχαίο; δε νομίζω" η οποία βγαίνει κάπως σαν "τχφηεοδνμομοδσφω" και το κοινό επιτέλους γελάει. Ο Μπάμπης παίρνει τα πάνω του και κάνει επιθεωρησιακό διάλογο με το κοινό πετώντας συνέχεια λεπτά υπονοούμενα για βυζιά, κώλους και τον Πάγκαλο. Το κοινό παραληρεί και ο βιβλιοθηκάριος πολύ χαίρεται που είναι τόσο οργανωτικός. Μεγάλη χαρά παίρνει.

Η παράσταση πάει πολύ καλά. Κάθε βράδυ είναι διαφορετική βέβαια, αλλά χου κέαρς ένιγουαίη; Τις ανθρώπινες σχέσεις στην σύγχρονη Ελλάδα αγγίζει άλλωστε. Το θέμα είναι τόσο ευρύ που τίποτα δεν θεωρείται λάθος.

Ο σκηνοθέτης όμως έχει δίκιο. Ένα μέρος του κοινού (στο οποίο ανήκω φανατικά) ακολουθεί κατά γράμμα τις οδηγίες του: μεταμορφωνόμαστε σε μυρμήγκια φυσικού μεγέθους και πετάμε ολούθε. Μακριά από κει.

                                                                                            Σας φιλώ στα μούτρα
                                                                                             Έξαλλη όπως πάντα
                                                                                              Άνγκρυ Μπιτς