Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Επικίνδυνες Σχέσεις Γειτονίας

    Καλημέρα, είμαι έξαλλη. 

    Ελλάδα, κυρίες και κύριοι. Ελλάδα. Και Αθήνα, πιο συγκεκριμένα. Αυτή η ευλογημένη πόλη που οι Αθηναίοι της μετριούνται στα δάχτυλα ενός χεριού ξυλοκόπου που έχασε δύο σε ατύχημα. Δε θα μιλήσω για μετανάστες. Ή μάλλον, θα μιλήσω για μετανάστες: για εσωτερικούς μετανάστες. Όλους αυτούς που έφυγαν από την αγαπημένη επαρχιάρα τους και ήρθαν στην Αθήνα, ή τους βλάχους Αθηναίους που ζουν εδώ από τότε που στην Κηφισιά ζούσαν πούμα και καμηλοπαρδάλεις. 
   Και εδώ να κάνω μια σημαντική παρένθεση. Δεν έχω τίποτα απολύτως με τους επαρχιώτες. Πόσω μάλλον, που είμαι επαρχιώτισσα που ήρθε στην Αθήνα κι εγώ η ίδια. Αλλά στο νησάκι μου, κάπως όλα συγχωρούνται. Διότι υπάρχει χώρος (ακόμα). Υπάρχουν αυλές. Υπάρχουν και ζώα. Υπάρχουν χωράφια. Και κυρίως: δεν υπάρχουν τόσα διαμερίσματα. 

   Δεν ξέρω αν είναι ίδιον του Έλληνα να πετάει φάτσα φόρα τη ζωή του στα μούτρα του άλλου. Δεν ξέρω αν είμαι ελεεινά ευρωπαία γειτόνισσα. Αυτό που ξέρω είναι ότι τα τελευταία δέκα χρόνια που ζω στην Αθήνα κι έχω αλλάξει πέντε σπίτια (και έχω μείνει κατά καιρούς και σε άλλα τόσα), έχω συλλέξει υλικό για παραφρονούντες, υστερικούς και καραμπουζουκλήδες βλάχαρους γείτονες, να φαν κι οι κότες (και κότες έχω πετύχει). Το δε τραγικό είναι πως, όταν το συζητάω, όλοι έχουν να προσθέσουν κάτι καινούριο φρικτό και απίθανα παράλογο σε σχέση με τους δικούς τους γείτονες... 

   Παρακάτω θα παραθέσω, όχι κατηγορίες (πού να κατηγοριοποιηθούν τόσες κλινικές περιπτώσεις) αλλά εμπειρίες και περιστατικά. δικά μου ή φίλων συμπασχόντων. Στρωθείτε βολικά, διαβάστε και πετάξτε τακτικά τα τσόφλια σας από τον πασατέμπο στο μπαλκόνι του γείτονα. Πού όρεξη για σφουγγαρίσματα, κυριακάτικα. 

  • Υπερυψωμένο ισόγειο, Καλλιθέα. Το διαμέρισμα γειτονεύει μόνον με άλλο ένα: κατοικούν δυο γριες, μάνα και κόρη, έπρεπε να δω τη μάνα για να καταλάβω ότι η κόρη είναι νεότερη. Κρεμιούνται από το μπαλκόνι που κάνει ορθή γωνία με το δικό μου για να δουν τι ρίχνω στην κατσαρόλα. Η κρεμάμενη φωνάζει στην άλλη: "Πάλι μακαρόνια φτιάχνει. Νούμερο 6. Μίσκο. Από αυτά στη συσκευασία προσφορά του Βερόπουλου. Ναι, φαίνεται το σημάδι από το σελοτέιπ". Υπάρχει κι ένα τρίτο μέλος στην οικογένεια, ένας γιος παράδοξα νέος, αλλά ίσως το νεανικό παρουσιαστικό του να οφείλεται στην τρέλα του. Έρχεται σπίτι μια φορά την εβδομάδα, πάντα μετά τις 2 τη νύχτα, και ουρλιάζει, όλη νύχτα. Μια νύχτα η μάνα έχει φτιάξει γεμιστά. Ο γιος ωρύεται ότι δεν του αρέσουν. Γεμιστοπόλεμος στην κουζίνα. Καθώς είναι καλοκαίρι, τα περισσότερα καταλήγουν στον ακάλυπτο. Πάρτυ γατιών όλη νύχτα. Η μάνα ωρύεται ότι θα πεθάνει. Τελικά ζει. 
  • Τρίτος όροφος, Άνω Πετράλωνα. Γενικά ήσυχη πολυκατοικία. Αν εξαιρέσεις την οικογένεια από πάνω, που έχει δύο κόρες τόσο χοντρές που το σκυλί τους έχει αναπτύξει αντανακλαστικά πιο γρήγορα κι από τσιτάχ. Οι κόρες νομίζουν ότι είναι μικρές. Δεν είναι. Η μικρότερη πάει Δευτέρα Γυμνασίου. Κυνηγιούνται και χοροπηδάνε στα έπιπλα. Έπιπλα γκρεμίζονται. Νύχια σκυλιού που τρέχει στο παρκέ πανικόβλητο κατά μήκος του διαμερίσματος να προλάβει το ωστικό κύμα που έπεται του κυνηγητού. Οι γονείς θέλουν να μαλακώσουν τις κόρες. Τους αγοράζουν ΠΙΑΝΟ. Παίζουν κάθε μεσημέρι, 3 με 5, ένα κομμάτι των Iron Maiden σε διασκευή Μarilyn Manson με φωνητικά της Bjork. Αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το "Μόνο στα όνειρα" του Χατζηγιάννη. 
  • Δεύτερος όροφος, Κηφισιά. Μεγαλεία. Μόνο μονοκατοικίες γύρω. Αυλές. Οι γείτονες εξ αριστερών λείπουν 8 μήνες το χρόνο. Φοβούνται για την ιδιοκτησία τους. Έχουν υψώσει τείχος με κάγκελα και δεντροφύτευση όμοιας της Πάρνηθας πριν γίνει καζίνο. Έχουν βάλει κλειδαριές μέχρι και στους κορμούς των δέντρων. Μέσα στο οχυρό, έχουν εγκαταλείψει σκυλί να φυλάει το σπίτι. Το φυλάει. Από την κοινή ησυχία. Ακατάπαυστα. Με χρονοδιακόπτη. Δυόμιση το μεσημέρι αρχίζει, πεντέμιση σταματάει, και ξαναρχίζει στις έντεκα τη νύχτα μέχρι τις οχτώ το πρωί. Οι γείτονες γυρίζουν και το δέρνουν. Ξανά από την αρχή. 
  • Τρίτος όροφος, Καλλιθέα (ξανά). Η ιστορία της ζωής μου. Μακάρι να μπορούσα να δώσω στεγνά ονόματα, αλλά είναι ανήθικο. Το ξέρω. Το μόνο που μπορώ να σχολιάσω είναι πως βασανίστηκα επί σειρά ετών από οικογένεια ηλιθίων αρχαιολατρών που έχουν ονομάσει την κόρη τους Κλεάνθη. Η Κλεάνθη, της Κλεάνθης και ούτω καθεξής. Όπως λέμε Χρυσάνθη. Νόμιζαν. Όταν η Κλεάνθη παντρεύτηκε (το μεγαλύτερο κηφήνα και άχρηστο μπούλη που έχω δει στη ζωή μου, είμαι σίγουρη πως είχε μπλουτουθ που του ψιθύριζε "αριστερό-δεξί, αριστερό-δεξί" στ' αυτί για να περπατά) οι Αρχαιολάτρεις της παρεχώρησαν τη διαμερισματάρα των 120 τετραγωνικών (το ξέρω, γιατί φυσικά ήταν διαχειριστές και είχα πάει πάμπολλες φορές) για να κάνει τα κουμάντα της, και οι γέροι μεταφέρθηκαν σε γκαρσονιέρα 30 τετραγωνικών απέναντί μου. Η Κλεάνθη δηλαδή έμεινε από πάνω μου. Και οι γέροι απέναντί μου. Στα τριάντα τετραγωνικά, μαζί με το άγαλμα της θεάς Αθηνάς σε μέγεθος Κολοσσού της Ρόδου. Που δεν χωρούσε κατά τη μετακόμιση και ο Αρχαιολάτρης καθηγητής έκλαιγε στο διάδρομο. Η γυναίκα του, ένα ξινό κομοδίνο με πι, τον έβριζε από δίπλα. Εδώ αρχίζουν δύο θέματα.
  •  Πρώτο, το θέμα της Κλεάνθης. Η Κλεάνθη, όταν γύριζε σπίτι, έβγαζε τις ψηλοτάκουνες μπότες της και φορούσε τις ψηλοτάκουνες παντόφλες της. Και περπατούσε πέρα δώθε στο διαμέρισμα,  που το μισό ήταν καλυμμένο με γνήσιο μάρμαρο Πάρου και το άλλο μισό με γνήσιο παρκέ του κυρ Μπάμπη. Τσάκα τσούκα, τσάκα τσούκα όλη μέρα, όλη νύχτα. ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ. Χωρίς υπερβολή. Και καθώς το δικό μου ταπεινό διαμέρισμα ήταν μόλις 62 τετραγωνικά, και αυτής 120, κάλυπτε όλο το διαμέρισμά μου. Μόνο στο μπάνιο μπορούσες να κοιμηθείς. Βαθιά νύχτα, έχω ξυπνήσει από τις τακούνες της για όγδοη φορά, πάιρνω το 11888. Βρίσκω το τηλέφωνό της. Την παίρνω. Την προειδοποιώ. Μετά από μερικές μέρες την ξαναπαίρνω. Κάθε φορά που την παίρνω, σταματάει. Το επόμενο βράδυ το ξαναξεχνά. Τρίτη φορά ανεβαίνω με το βρακί και το τισέρτ με τον Κάφκα (ναι) στο πάνω όροφο και χτυπάω μπουνηδόν την πόρτα. Ανοίγει έντρομη η Κλεάνθη και πίσω της πιο έντρομος ο κηφήνας, που μάλλον την είδε έντρομη και σκέφτηκε ότι πρέπει να τρομάξει κι αυτός. Εγώ αναμαλλιασμένη, με τα γυαλιά στραβοφορεμένα, της λέω "Σταματήστε να κάνετε φασαρία, αλλιώς δεν θα μπω στον κόπο να φωνάξω την αστυνομία". Μου λέει "Μη μου μιλάτε έτσι, εγώ είμαι δημόσιος υπάλληλος". Γελάω και της απαντώ "Φυσικά και είσαι". Πάντως μείωσε τα πολλά πηγαινέλα. Ποτέ δεν τα έκοψε εντελώς όμως. Είχα ωστόσο μεγαλύτερο θέμα να ασχοληθώ. 
  • Όπως είπαμε, η κυρία Αρχαιολάτρου ήταν ένα ξινό κομοδίνο με πι, που θα προτιμούσε να καταπιεί ένα μπουκάλι ασετόν μαζί με το μπουκάλι παρά να κάνει καλό σε άνθρωπο. Ωστόσο, αυτή ήταν ανάπηρη και κακογερασμένη, συν ότι ανέβαινε με το πι κάθε μέρα στο σπίτι της Κλεάνθης να μαγειρέψει και να καθαρίσει τρεις φορές τη μέρα (ο κηφήνας κατέβαινε, έπαιρνε το φαΐ, τρώγανε πάνω μόνοι τους και της κατέβαζε το άδειο βρώμικο ταψί, μαζί με τα βρώμικα πιάτα και ποτήρια τους από το γεύμα. Η Κλεάνθη δεν προλάβαινε να κάνει κάτι, πηγαινοερχόταν με τα τακούνια πάνω κάτω, και ο κηφήνας πάλι καλά που κατάφερνε και να καταπίνει μόνος του) οπότε πάει στο διάολο, μπορεί και να είχε τα νεύρα της η γυναίκα. Ο κύριος Αρχαιολάτρης όμως ήταν ένας καλοστεκούμενος κοτσονάτος γέρος διάπλασης Κεντέρη, που περπατούσε 8 χιλιόμετρα τη μέρα για την πλάκα του. Είχε όμως αρχές: σου λέει, για περίπατο θα πάω, αλλά τα σκουπίδια δεν τα κατεβάζω, που να κυλιέστε χάμω. Να όμως που μιλάμε για γκαρσονιέρα 30 τετραγωνικών... τι να πρωτοχωρέσει; το κομοδίνο; η Αθηνά; τα βρώμικα πιάτα του κηφήνα; Κάπου έπρεπε να πάνε τα ευλογημένα τα σκουπίδια. Ποιο καλύτερο μέρος λοιπόν, από τον κοινόχρηστο διάδρομο του ορόφου! Αύγουστος δε. Να βρωμάει όλη η πολυκατοικία σαν χωματερή και οι κατσαρίδες να στέλνουν προσκλήσεις για πάρτυ με υποσημείωση: Προσοχή στα ποντίκια. Τους το συζητάω μια μέρα ευγενικά. Τη δεύτερη φορά μου έκλεισε στα μούτρα την πόρτα το κομοδίνο. Την τρίτη φορά πήγα και τους ζήτησα ευγενικά να τα πετάνε γιατί είναι ανθυγιεινό και είναι κοινόχρηστος χώρος, και ο Αρχαιολάτρης άρχισε να με βρίζει ως κακομαθημένη και να ωρύεται ότι την πολυκατοικία την χτίσανε οι παππούδες του, άρα ποιος κοινόχρηστος χώρος, δικιά του είναι η πολυκατοικία και άντε, πολύ μας ανέχτηκε, να λέμε ευχαριστώ που δε μας βάζει να του γλείφουμε τις σόλες των παπουτσιών κάθε φορά που περνάει που μας επιτρέπει να μένουμε στο Μέγαρο Μαλακίας. Ανεβαίνω στον διαχειριστή (ευτυχώς είχε αλλάξει, ντρεπόταν να μας υποδέχεται για τα κοινόχρηστα στη γκαρσονιέρα πια) και το καταγγέλλω και το ίδιο απόγευμα πάω με την αδερφή μου και δυο κλειδιά και τους ξεσκίζουμε τις σακούλες σκουπιδιών τους στο χαλάκι της εξώπορτάς τους. Έχει το θράσος να πάει να το καταγγείλει με την σειρά του στο διαχειριστή. Ο διαχειριστής τον χώνει άσχημα. Βρίσκει λύση ο Αρχαιολάτρης. Πετάει τις σακούλες σκουπιδιών από το μπαλκόνι του τρίτου στο δρόμο. Καμιά δεν βρίσκει τον κάδο, τόσο, που φαίνεται σχεδόν προμελετημένο. Διεξάγεται ανάκριση στην πολυκατοικία. Στον όροφο, μόνο εγώ τον δίνω. Οι άλλοι ένοικοι είναι αλλοδαποί και τον τρέμουν. Και αυτόν και τη θεά Αθηνά. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία. Πληρώνουμε από ένα ποσό όλοι στα κοινόχρηστα, για να καθαριστούν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και το πεζοδρόμιο της Αγίων Πάντων. Η κακιά ψυχή του χαίρεται. 
  • Ισόγειο, Χαϊδάρι. Αλλά όταν λέμε ισόγειο, εννοούμε, έβαλα τέσσερις τοίχους στο δρόμο κι έκανα σπίτι. Ούτε ένα σκαλί για να μπεις δεν είχε. Εκεί υπήρχαν δύο θέματα. Οι γείτονες από όλη τη γειτονιά και οι διπλανοί γείτονες. Οι γείτονες από όλη τη γειτονιά, κάθε φορά που ανοίγουμε τα παράθυρα να μπει λίγο φως κι αέρας, στέκουν έξω από το παράθυρο και κοιτάνε μέσα σαν σε τηλεόραση. Κοιτάνε εμάς, τα έπιπλα, τι λέμε, τι κάνουμε , τι φοράμε. Όταν έρχεται κόσμος, πλησιάζουν για να δουν. Τύποι με διαφημιστικά περνάνε και μας τα αφήνουν στο σπίτι σα να περνάνε από περίπτερο. Οι γείτονες από το δίπλα διαμέρισμα, όμως, είναι όλη η γλύκα. Το σπίτι έχει εσωτερική αυλή. Το διαμέρισμα έχει παράθυρα προς την αυλή στην κουζίνα και στο μπάνιο. Οι γείτονες είναι ΟΛΗ ΜΕΡΑ στην αυλή. Από το πρωί στις εφτά, μέχρι το βράδυ στη μία. Δεν άνοιγες παράθυρο στην κουζίνα, γιατί σου πιάναν την κουβέντα. Πήγαινες το πρωί να κατουρήσεις, τους χαιρέταγες με τα βρακιά κατεβασμένα. Αποτέλεσμα; Όλα τα παράθυρα του σπιτιού κλειστά. Σκότος, έρεβος, άπνοια και δυο κατοικίδιες νυχτερίδες. 
  • Πρώτος όροφος, Αιγάλεω. Αχ, οι χαρές της οικογενειακής πολυκατοικίας. Μιας άλλης οικογένειας. Που όλοι γινόμαστε ένα. Ένα μάτσο σκατά, για την ακρίβεια. Που νιώθουν όλοι άνετα με το νέο γείτονα. Που το σκυλί τους αλωνίζει κάθε κοινόχρηστο χώρο και επειδή το βρίσκουν χαριτωμένο να το εξοργίζουν, έχει γίνει υστερικό, και κάθε που φταρνίζεται μια μύγα, ξελαρυγγιάζεται στο γάβγισμα. Που το βρίσκουν εκπληκτική ιδέα να μιλούν στο κινητό ή στο ασύρματο σταθερό έξω, στο διάδρομο. Που έχουν βγάλει στον κοινόχρηστο διάδρομο έπιπλο με κρεμάστρες και έχουν βάλει ρούχα, παπούτσια, ομπρέλες και σακούλες με φρούτα και λαχανικά από το μανάβη. Και σε κάθε σκαλί, σε περιμένει μια νέα έκπληξη: τι να έχει σήμερα, τι; ένα ζευγάρι γαλότσες, ένα αδιάβροχο, τις μπότες της τσαπερδόνας κόρης, τις γόβες από το προηγούμενο βράδυ, μια τσάντα με ψώνια, τι, τι; Το μυστήριο γίνεται μέρος της καθημερινότητας. Και φυσικά η πόρτα του σπιτιού όλη μέρα ανοιχτή. Να ακούμε όλα τα οικογενειακά, τα γκομενικά, τα τηλεσόου που παρακολουθούν και φυσικά τον Χατζηγιάννη (σε μια πιο λάιτ εκδοχή από των κοριτσιών των Πετραλώνων). Να σε ξυπνάει το πρωί ο πατέρας που ουρλιάζει (στο διάδρομο) στο κινητό για το αυτοκίνητο που χάλασε, 7 η ώρα αξημέρωτα, να σε νανουρίζει το μελωδικό τσίριγμα του τσιουάουα που άκουσε το μετρό μισό χιλιόμετρο παρακάτω... Ζωάρα. 
Και για να τελειώσω, και προς μεγάλη τέρψιν δική μου και απογοήτευσιν πολλών, τη μόνη αληθινή ησυχία από γείτονες την έχω βρει στα Εξάρχεια. Ω ναι, ω ναι. Μόνο κάτι συμπαθητικοί μαύροι τύποι στο υπόγειο κάνουν μπάφο κάθε βράδυ, αλλά αυτό είναι όλο. Ω, λατρεμένη ελληνική κοινοτοπία. 

Αυτά προς το παρόν
Σας φιλώ στα μούτρα 
Έξαλλη όπως πάντα

Άνγκρυ Μπιτς